Κεφάλαιο 10: Η δικαιοσύνη της Αντριάννα (μέρος 3)
Με την παραμικρή κίνηση τα βήματα μου, μου ακούγονται δυνατά σαν βροντές, οι αναπνοές μου σαν μικρές εκρήξεις. Να μπορεί, άραγε, να το αντιληφθεί κι αυτό; Προσπαθώ να κάνω ησυχία για ν' αφουγκραστώ, θαρρείς, τι συμβαίνει γύρω μου, όταν ο Άσερ κοπανάει την πόρτα πίσω μου και την κλείνει με δύναμη. Ο παταγώδης ήχος με κάνει ν' αναπηδήσω αιφνιδιασμένη. Ξάφνου καταλαβαίνω απόλυτα την χρήση των jump scares στις ταινίες, αυτών των στρατηγικά τοποθετημένων κι εκκωφαντικών εκρήξεων ήχου που κορυφώνουν την ένταση, που κάνουν την κυκλοφορία του αίματος να παγώνει στις φλέβες των θεατών, που κόβουν την ανάσα. Μια τέτοια επιρροή έχει και σε μένα η χειρονομία του Άσερ. Το κάθαρμα, τρίζω τα δόντια, επίτηδες το έκανε. Βάζω τα δυνατά μου έτσι ώστε να φανεί ότι αγνοώ επιμελώς αυτή την μικρή του πράξη, μη θέλοντας να τον αφήσω να δει πόσο με τάραξε. Πόσο περισσότερο απ' ότι έχει ήδη γίνει αισθητό, τουλάχιστον. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και στερεώνω τα μαλλιά μου, εκείνα τα καστανά άτονα τσουλούφια, πίσω από τ' αυτιά μου. Έπειτα γέρνω να τον αντιμετωπίσω, βάζοντας τα δυνατά μου να μην δείχνω μικρή και φοβισμένη σαν κουνέλι. Όσο γίνεται, όσο μπορώ.
«Λοιπόν;», κάνει αποπεμπτικά, ενώ την ίδια στιγμή γέρνει πάνω στην κλειστή πια πόρτα και στηρίζει την πλάτη του εκεί, μπλοκάροντας την, φράζοντας την. Η κίνηση μοιάζει συμβολική σαν να λέει ότι δεν υπάρχει πια διαφυγή, ότι δεν υπάρχει σωτηρία.
Αλλά για ποιον; Είμαι παγιδευμένη μαζί του ή είναι εκείνος παγιδευμένος με εμένα;
Δεν μπορώ ν' αποφανθώ, ωστόσο επιλέγω να σκέφτομαι το δεύτερο, αυτό που σημαίνει ότι λόγο να ανησυχεί έχει εκείνος κι όχι εγώ. Εκείνος κινδυνεύει, κι ας μην το ξέρει, κι ας μην είναι σε θέση να το αναγνωρίσει. Θα έπρεπε όμως, θα έπρεπε να επιλέγει προσεκτικότερα τις μάχες στις οποίες πέφτει, τους εχθρούς που δημιουργεί, επειδή μερικές φορές είναι τα άτομα που δεν θα περίμενε ποτέ ότι είναι ικανά για αντίσταση και εκδίκηση, που αποδεικνύονται τα ικανότερα όλων. Στο κάτω κάτω, η σκληρότητα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό, αλλά μια συνήθεια. Και κάποιες φορές τα πιο ευαίσθητα άτομα πετάνε τα πιο αιχμηρά αγκάθια.
Όπως στην δική μου περίπτωση.
Τον κοιτάζω, συνειδητοποιώντας ότι περιμένει ν' ανοίξω εγώ τον διάλογο, και δεν σκοπεύει να με διευκολύνει διόλου με φλυαρίες και ψιλή κουβέντα. Θέλει να με δει να κάνω την αρχή, το πρώτο βήμα, αναρωτιέται τι θέλω πραγματικά κι εάν θα βρω τον τρόπο να του το εκφράσω με λόγια ή εάν θ' αρχίσω να τραυλίζω και να κομπιάζω ακατάπαυστα. Στοιχηματίζω ότι θα 'θέλε να το δει κι αυτό να συμβαίνει. Να με δει να τα χάνω εντελώς. Για μια ακόμη αφόρητα βασανιστική φορά.
Εντάξει, παλιολεχρίτη, εντάξει, μονολογώ νοερά. Θα μιλήσω εγώ πρώτη...
Ίσως και να είναι καλύτερα έτσι, καταλήγω μετέπειτα. Ίσως η καλύτερη μέθοδος για να ηρεμήσω τα σμπαραλιασμένα μου νεύρα, να είναι να αρχίσω να διατυπώνω φωναχτά τις σκέψεις που με κατατρέχουν, να κατευνάσω τις ανησυχίες μου με συζήτηση, με την προσωρινή απόσταση της προσοχής μου.
«Ξέρω τι σκέφτεσαι...», μουρμουρίζω. Με αυτό κάνω μια αργή στροφή γύρω από τον εαυτό μου κι αρχίζω να περπατάω κατά μήκος του δωματίου, κρατώντας την πλάτη μου γυρισμένη προς εκείνον. Αυτό με εξυπηρετεί με ποικίλους τρόπους: Μου επιτρέπει να περιπλανηθώ για λίγο στον χώρο, να τον επεξεργαστώ και να εγκλιματιστώ μέσα του. Δεν αργώ να το κάνω, καθώς ο κοιτώνας με τον αριθμό 51 είναι αρχιτεκτονικά ολόιδιος με τους άλλους κοιτώνες. Οι μικρές διαφορές έγκεινται στην επίπλωση και την διακόσμηση του μέρους. Τα έπιπλα εδώ δείχνουν να είναι καινούρια κι ακριβά, και ουδεμία σχέση έχουν με τα ξεχαρβαλωμένα και χιλιομεταχειρισμένα αντικείμενα που χρησιμοποιούν όσοι δεν ανήκουν στην κλίκα των Αθληταράδων, των χρυσών παιδιών της Κονστάνς Ντέιβις. Στο κέντρο του χώρου υπάρχει ένα κρεβάτι από μαύρο σίδερο μ' ένα παχύ στρώμα επάνω του που μοιάζει σαν αφράτο σύννεφο. Μου φαίνεται σωστή σπατάλη να χαραμίζεται έτσι για το τομάρι του Άσερ. Στον τοίχο απέναντι απ' το κρεβάτι υπάρχει ένα μικρό, βοηθητικό έπιπλο με μια επίπεδη τηλεόραση επάνω του, δύο μαύρα χειριστήρια και μια συσκευή PlayStation. Στα αριστερά του υπάρχει ένα ακόμα πράγμα, είναι ένα ξύλινο γραφείο το οποίο λειτουργεί πια ως τραπέζι για πόκερ. Τραπουλόχαρτα, αποτσίγαρα και τενεκεδάκια από φτηνές μπύρες υπάρχουν σκορπισμένα επάνω του. Σε σύγκριση με τους άλλους κοιτώνες του Ντέιβις Πλέις, ετούτος εδώ είναι σουίτα πολυτελείας! Το τελευταίο πράγμα που παρατηρώ είναι οι πίνακες, πολύχρωμοι καμβάδες καρφωμένοι στους τοίχους, οι εφιαλτικές απεικονίσεις ενός διαταραγμένου νου: Σε κάποιους υπάρχουν πρόσωπα σχεδιασμένα με τρύπες για μάτια, σ' έναν άλλο γυναικεία σώματα χωρίς κεφάλι, σ' έναν λίγο παραδίπλα μια γυναίκα με ανοιχτά τα πόδια κι ανάμεσα τους μπηγμένο ένα σπαθί, σ' έναν τελευταίο μια δεύτερη, γυμνή με το ένα στήθος της κομμένο, κατακρεουργημένο, μια πληγή απ' όπου τρέχει αίμα. Ποιος είναι ο καλλιτέχνης; αναρωτιέμαι έντρομη. Ο Άσερ; Μπορεί, μπορεί και όχι... Σημασία δεν έχει αυτό, αλλά το ότι τα έργα αυτά τον εκφράζουν εξίσου με τον δημιουργώ τους, συνάδουν με την αισθητική του, του αρέσουν. Πολύ.
Ξάφνου, τα λόγια του Ζεέρνεμποχ αντηχούν στο μυαλό μου: Για να μηδενίσεις τις πιθανότητες αποτυχίας, θα πρέπει να ξέρεις καλά ποιον έχεις απέναντί σου κάθε φορά. Να απευθυνθείς σε εκείνον και μόνο, στον πόθο και τις επιθυμίες του. Θα πρέπει να τον πείσεις ότι μπορείς να του χαρίσεις αυτό που λαχταράει περισσότερο στον κόσμο, ότι είσαι εδώ για να του το προσφέρεις. Δεν θέλουν όλοι το ίδιο.
Κι εσύ; τον είχα ρωτήσει. Τι θέλεις εσύ; Τώρα απευθύνω νοερά την ίδια ερώτηση στον Άσερ Πίτερσον. Αυτό θέλεις; Έτσι βλέπεις τις γυναίκες; Έτσι τις φαντασιώνεσαι στις σκοτεινές γωνίες του νου σου; Αυτά θέλεις να τους κάνεις, Άσερ; Αυτά θέλεις να κάνεις σε... εμένα;
Αποτραβώ την ματιά μου από την μακάβρια και γκροτέσκα τέχνη ολόγυρα και συνεχίζω να βηματίζω προσεκτικά, έως ότου φτάνω στην πιο απόμακρη πλευρά του κοιτώνα, έως ότου δημιουργώ την μέγιστη δυνατή απόσταση που μπορώ από τον νεαρό άνδρα που στέκει απειλητικός μπροστά στην πόρτα. Έπειτα πιέζω τον εαυτό μου ώστε να αποβάλει την έκφραση αποστροφής που έχει υιοθετήσει, να γυρίσει ξανά και να τον κοιτάξει.
«Και τι είναι αυτό;», ρωτάει σαν να με προκαλεί να μαντέψω. «Αυτό που σκέφτομαι;»
«Θα πρέπει να 'μαι τρελή για να έρθω ως το κατώφλι σου, αλλιώς δεν εξηγείται. Θα πρέπει να πηγαίνω γυρεύοντας...», λέω. «Ίσως να 'χεις δίκιο. Μπορεί και να το κάνω».
Το ενδιαφέρον λάμπει ανυπόκριτο μες στα σκοτεινά του μάτια. Ακριβώς όπως ο Γκρίφιν, έτσι και ο Άσερ με ατενίζει σαν να με βλέπει για πρώτη φορά. Είμαι διαφορετική, αυτό είναι οφθαλμοφανές, αλλά ο τρόπος που διαφέρω δεν είναι τόσο σαφής ή διακριτός. Είναι μια απροσδιόριστη αίσθηση. Κι αυτό την κάνει ενδιαφέρουσα.
Συνεχίζω να μιλάω με μια απαλή, καταπραϋντική φωνή όπως ο θηριοδαμαστής στο κλουβί ενός άγριου θηρίου, ανυπότακτου κι απρόβλεπτου. Προσέχω τις λέξεις μου, την εκφορά τους, τον τρόπο που απελευθερώνω την κάθε μου ανάσα, λες κι αν κάνω κάποιο λάθος, ακόμη και το παραμικρό, τα φονικά ένστικτα του πλάσματος απέναντί μου θα ενεργοποιηθούν και θα στραφούν εναντίον μου. Προσπαθώ να τον κάνω να ξεχάσει ότι το κυρίαρχο ένστικτο μέσα του του επιτάσσει να μου χιμήξει.
«Δεν ξέρω τι φταίει...», λέω στη συνέχεια. «Κάπου όμως προσπαθώ να επιρρίψω την ευθύνη. Κάτι έχει αλλάξει, το έχεις προσέξει; Εγώ ναι. Τελευταία νιώθω... διαφορετικά. Ίσως να είμαι εγώ αυτή που έχει αλλάξει, ίσως να είναι οι άλλοι. Ίσως πάλι να 'ναι ο καιρός... Κάθε Νοέμβρης μου φαίνεται παράξενος, το πέρασμα στον χειμώνα, οι μέρες που μικραίνουν, το σκοτάδι που καταπίνει το φως...». Αφήνω το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στον χώρο, μέσα στον κοιτώνα και έξω από το μικρό, τετράγωνο παράθυρό του. Το ύφος μου είναι απλανές, σαν χαμένο. «Είναι λες και ο κόσμος όλος πέφτει σε νάρκη μαζί με τα πρώτα χιόνια. Κάθε τι γύρω μας είναι παγωμένο και σκοτεινό και άδειο... Θα ακουστεί σκέτη χαζομάρα, αλλά μου φαίνεται λες και το ίδιο συμβαίνει και μέσα μας. Εμείς οι ίδιοι γινόμαστε ασυνήθιστα ήσυχοι και απόμακροι, μίζεροι και απροσέγγιστοι και... απομονωμένοι, απελπιστικά, φρικιαστικά μόνοι. Ξεθωριάζουμε σαν... σαν λουλούδια που μαραίνονται κι αργοπεθαίνουν ώσπου να τα θωπεύσει η επόμενη ζεστή αχτίδα, ώσπου να επιστρέψει η άνοιξη, γύρω μας, μέσα μας. Δεν είμαστε παρά ένας απόηχος αυτού που ήμασταν κάποτε, τότε που υπήρχε ακόμα φως. Τώρα... οι άνθρωποι μοιάζουν εντελώς στατικοί, σαν φιγούρες από χαρτόνι που έχουν πάρει τη θέση των πραγματικών ανθρώπων. Δεν μπορεί να το νιώθω μόνο εγώ αυτό...», αναστενάζω απαλά και τον κοιτάζω με απεγνωσμένο ύφος σαν να τον ικετεύω να μου επιβεβαιώσει ότι το νιώθει και ο ίδιος, ότι το έχει παρατηρήσει, ότι τα λόγια μου του βγάζουν νόημα με κάποιον τρόπο. Οποιονδήποτε.
Ο Άσερ εξακολουθεί να με κοιτάζει από την θέση του με ένα σιωπηλό, σχεδόν αψυχολόγητο ενδιαφέρον. Να καταλαβαίνει τι λέω;
Δίχως να 'χω άλλη επιλογή, συνεχίζω: «Ξέρεις για τι μιλάω... για αυτή την φρικτή απομόνωση απ' την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε... Εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να της ξεφύγω, ίσως για εσένα να είναι διαφορετικά. Εσύ έχεις τον Γκρίφιν, τον Μαρκ και τον Πιτ. Εγώ δεν έχω κανέναν εδώ. Πλέον», σπεύδω να προσθέσω. Κάποτε είχα τον Κάι, μα μου τον πήραν. Όπως μου πήραν κάθε τι που αγάπησα, οι Αθληταράδες, το ίδρυμα, οι γονείς μου...
Δεν μου έχει απομείνει τίποτα.
«Είναι λες και όλες μου οι σχέσεις με τους άλλους έχουν τερματιστεί, λες και ο κάθε άνθρωπος που είχα κοντά μου ήταν ένα μικρό βαρίδι δεμένο μαζί μου με έναν λεπτό σπάγκο που με κρατούσε κάτω, στη γη, την πραγματικότητα, στο εδώ και το τώρα. Είναι λες και ξαφνικά όλοι οι μικροί σπάγκοι που με συγκρατούσαν, κόπηκαν. Και δεν με κρατάει τίποτα πια. Και πλέον αμφιβάλλω για το τι μου συμβαίνει, για το πού βρίσκομαι. Μερικές φορές δεν αισθάνομαι καν ότι είμαι πια εδώ. Νομίζω ότι θα εξαφανιστώ με το επόμενο παγερό κύμα αέρα που θα φυσήξει ο Νοέμβρης κατά πάνω μου, ότι δεν θ' απομείνει από μένα ούτε ένα τόσο δα νυχάκι. Δεν θέλω να εξαφανιστώ, Άσερ», καταλήγω θλιμμένα. «Δεν θέλω να νιώθω αόρατη και μετέωρη και τόσο... τόσο μόνη. Χρειάζομαι κάποιον, κάτι... ένα τελευταίο αντίβαρο, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχω τίποτα και κανέναν. Και αυτό με αφήνει μόνη, μόνη με τις σκέψεις μου... Τόσες πολλές σκέψεις... με στοιχειώνουν... δεν με αφήνουν να κλείσω μάτι τις νύχτες, δεν με αφήνουν να βρω γαλήνη ούτε για μια καταραμένη στιγμή».
«Για αυτό είσαι 'δω;», ρωτάει, αρχίζοντας μόλις να συνδέει τα θραύσματα όσων του διηγούμαι, να εξάγει κάποιο νόημα. «Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι;», προσθέτει. Η ερώτηση του μπορεί να ερμηνευτεί κι αλλιώς: Τι μπορεί να είναι χειρότερο από εμένα; Ποιος νέος εφιάλτης με εκτόπισε;
«Διάφορα...», αποκρίνομαι.
«Τι;», επιμένει.
Απαντώ μ' ένα μικρό ανασήκωμα των ώμων μου, το βαμβακερό ύφασμα του φορέματος γλιστράει δροσερό πάνω τους. «Τελευταία το μυαλό μου επιστρέφει σε ένα μεμονωμένο περιστατικό, σ' ένα πρόσφατο στιγμιότυπο... Επανέρχομαι ξανά και ξανά σε αυτό λες και η μνήμη μου είναι χαλασμένο CD που 'χει κολλήσει... Το σκέφτομαι πολύ. Την προηγούμενη Τετάρτη βρισκόμουν στο γραφείο ψυχανάλυσης του Οκένζουα και...»
Του εξηγώ ότι ο ψυχαναλυτής μου ζήτησε να δοκιμάσουμε μια καινούρια μέθοδο. Αρχικά μου έδειχνε μικρές κάρτες με αφηρημένες, ασπρόμαυρες εικόνες και μου ζητούσε να του πω την πρώτη λέξη που μου έφερναν στο μυαλό, την πρώτη που θα μπορούσε να τις περιγράψει. Έπειτα μου έδωσε μια λέξη και μου ζήτησε να του ζωγραφίσω τον πρώτο συνειρμό που θα δημιουργούσε η λέξη στο μυαλό μου, ν' αποτυπώσω τι σήμαινε εκείνη για εμένα σ' ένα κομμάτι χαρτί.
«Ποια ήταν η λέξη;»
«Τέρας», λέω με κάτι που μοιάζει σαν αφοπλιστική ευθύτητα.
Ο Άσερ αναδεύεται στην θέση του. Χώνει το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού που φοράει και από μέσα της ανασύρει ένα μικρό, στραπατσαρισμένο πακέτο με τσιγάρα. Ανάβει ένα και το φέρνει στα χείλη του, σμίγοντας τα φρύδια του παίρνει μια γερή ρουφηξιά, κατεβάζει τον καπνό στα πνευμόνια του και μετά τον φυσάει έξω, τον παρακολουθεί να ξετυλίγεται γκριζογάλανος πάνω απ' το κεφάλι του.
«Τι ζωγράφισες;»
«Έναν άνθρωπο», ομολογώ. Επειδή πολλές φορές τα τέρατα που μας περιβάλλουν έχουν ανθρώπινη θωριά.
«Εμένα;»
«Όχι», λέω.
«Τότε ποιον;»
«Ζωγράφισα την μητέρα μου».
✖
Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top