XIV Έλισσα


Η Έλισσα όρμηξε στο ιερό και διέκοψε τις ψαλμωδίες των Λουθητών. Ο Τοσκάαν είδε τον φόβο που έπαιζε στα μάτια της, κατάλαβε πως η ασθμαίνουσα αναπνοή της κοπέλας οφείλονταν στην αγωνία της. Άφησε στο κεντρικό βάθρο το δοχείο με το λιβάνι που κρατούσε και έτρεξε κοντά της.

«Έλι είσαι καλά; Τί σου συμβαίνει;»

«Έρχονται» ήρθε ξέπνοα η απάντηση «...δε ξέρω ποιοι είναι αλλά, έρχονται. Έχουν όπλα. Και.. και κινδυνεύουμε»

Οι υπόλοιποι Λουθήτες άρχιζαν να σηκώνονται από τις θέσεις τους όπως όπως

«Μα πώς μας βρηκαν;»

«Πώς στη Βουλή έγινε αυτό;»

Ο Ρέλιαν φώναζε για ησυχία. «Έλι τί είδες ακριβώς;»

«Δεν είναι Φετάρχ'ί, ούτε νομάδες αι καβαλούν άλογα, αλλά όχι Μιρβάαλ. Είδα γύρω στους εκατό ιππείς, οι πανοπλίες τους λάμπουν στον ήλιο...»

Ο καλπασμός των Μιρρέχ έσειε τώρα το έδαφος. Ήταν πολύ κοντά.

«Αδελφοί μου!» φώναξε πάνω απ' όλους ο Ρέλιαν «Θα βγούμε έξω. Πρέπει να τους καθυστερήσουμε. Είναι εδώ για το Δώρο. Δε μπορούμε παρά να είμαστε σίγουροι πως αυτόν τον Όλεθρο εννοούσε ο Χρησμός. Έξω. Τώρα!» έπειτα γύρισε στον Τοσκάαν «Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις...» και με αυτό, ο πιο γερασμένος Λουθήτης έτρεξε έξω.

Ο Τοσκάαν ένεψε καταφατικά και βούτηξε τον δείκτη τουστο κάρβουνο του θυμιάματος όσο οι υπόλοιποι Λουθήτες ακολουθούσαν τον αρχηγό τους έξω από τη σπηλιά

«Έλι. Μείνε εδώ. Σε χρειάζομαι!» της φώναξε

Έσκυψε πάνω από το πέτρινο βάθρο στο κέντρο της σπηλιάς και άρχισε να ψέλνει αργά.

***

Ο Ζαρκάαν Ζαλίι και ο στρατός του βρήκαν τους Λουθήτες να τους περιμένουν έξω από την κεντρική σπηλιά της Σκήτης οπλισμένοι με ρόπαλα από σιδερόδεντρο. Ένας μεσήλικας, είχε προστατευτικά πίσω του τους υπόλοιπους.

Ήταν ακριβώς όπως του τους είχε περιγράψει ο πατέρας του και, ο Σουλτάνος στο γράμμα του. Το νεκρικά λευκό τους δέρμα έλαμπε στο κατακόκκινο φως του ήλιου και τα μάτια τους πετούσαν σπίθες. Επιτέθηκε κραδαίνοντας το γιαταγάνι του σ' εκείνον που φαίνονταν να είναι ο αρχηγός τους. Το μέταλλο συνάντησε αντίσταση μόνο για μια στιγμή κι έπειτα διαπέρασε σάρκα, μύες, και οστά. Το κεφάλι του Ρέλιαν κυλίστηκε στην άμμο. Ο κομμένος του λαιμός ξέρασε πηχτό μαύρο αίμα.

«Δαίμονες!» ούρλιαξε ο Ζαλίι «Τέρατα!»

Μια γυναίκα πέτυχε με δύναμη με το χοντρό κλαδί από σιδερόδεντρο που κρατούσε το Μιρρέχ του ανάμεσα στα κέρατα. Το ζώο τσίριξε και τσακίστηκε στο έδαφος. Ο Ζαλίι πήδησε από την σέλα πριν τον πλακώσει το ζώο. Την επόμενη στιγμή η γυναίκα ήταν νεκρή.

Η 'Έλισσα ήθελε να ουρλιάξει. Ήταν σφαγή. Οι Συλβανοί αν και οπλισμένοι δεν είχαν καμία πιθανότητα απέναντι στους σιδερόφρακτους στρατιώτες που πολεμούσαν έφιπποι. Οι φωνές της πνίγονταν από το κλάμα της. Οι κραυγές πόνου και αγωνίας απ' έξω δεν είχαν σταματήσει ν' ακούγονται. Οι άνθρωποι που τη μεγάλωσαν, η οικογένειά της κατακρεουργούνταν από αυτούς τους αγνώστους.

Ο Τοσκάαν την τράβηξε κοντά του καθώς ζωγράφιζε με την καρβουνόσκονη ένα σύμβολο πάνω στο πέτρινο βάθρο. Τρία δαχτυλίδια που κλείδωναν μεταξύ τους. Η γη σείστηκε και ο βράχος της σπηλιάς άνοιξε από πάνω ως κάτω με έναν εκκωφαντικό κρότο. Σηκώθηκε σκόνη. Όταν κατακάθισε, η Έλισσα διέκρινε μια βαθιά ρωγμή που έφτανε από τον θόλο της σπηλιάς, ως τον υπερυψωμένο μονόλιθο στο κέντρο της.

Απ' έξω ακούγονταν θριαμβευτικές ιαχές σε μια ξένη, βάρβαρη γλώσσα. Η Έλισσα την ήξερε, Βελιθανά. Οι στρατιώτες ήταν από την Κοιλάδα;

Ο Τοσκάαν πλησίασε διστακτικά με τα ακροδάχτυλά του την σκοτεινή, γυαλιστερή σφαίρα από μέταλλο μετεωρίτη που ήταν φυλακισμένη στο κέντρο της πέτρας του βάθρου. Τα χέρια του έτρεμαν όταν ήρθαν σε επαφή με το καλογυαλισμένο πέτρωμα που ήταν καυτό στην αφή.

«Έλι, άκουσέ με... Αυτός εδώ είν' ο λόγοςπου ο Ρέλιαν και οι άλλοι πεθ- που βγήκαν έξω... Μας έδιναν χρόνο»

Η κοπέλα άρχισε να κλαίει. Φοβόταν. Η φωνή της βγήκε πιο βραχνή από κάθε άλλη φορά.

«Τί είναι;»

Ο Τοσκάαν την αγνόησε. Ξέσφιξε τα πετρωμένα χέρια της και της έβαλε το ζεστό, μαύρο, σε μέγεθος αυγού αντικείμενο στην παλάμη της.

«Κρύψ' το. Φύλαξέ το και συ με τη ζωή σου. Γρήγορα. Η κοπέλα το στρίμωξε ανάμεσα από τις λωρίδες υφάσματος που έσφιγγαν στο στήθος της. «Κρύψ' το όσο πιο καλά μπορείς» της ξαναείπε «...κανείς δεν πρέπει να ξέρει γιατί τότε θα διατρέξεις θανάσιμο κίνδυνο. Και ό,τι κι αν γίνει μη το πας ποτέ στο Νέδρος! Ποτέ!»

«Στο Νέδρος;» ούρλιαξε υστερικά η κοπέλα «Μα αυτό είναι μισό Κόσμο μακρ-»

«Άκουσέ με σε αυτό! Εμπιστέψου με!» Την είχε πιάσει σφικτά από τους ώμους «Και πάρε και αυτό..» ξεκρέμασε ένα παλιό, μαυρισμένο μενταγιόν από τον λαιμό του και το πέρασε στον δικό της «...η μητέρα σου θα ήθελε να το έχεις» δάκρυα γυάλιζαν στα ολόμαυρα μάτια του.

«Η μητέρα μου; Την ήξερες;!»

«Έλι δεν έχουμε χρόνο γι'αυτά τώρα!» της φώναξε ο Τοσκάαν. Κρύος ιδρώτας ανέβλυζε από το μέτωπό του «Φύγε! Τρέξε! Όσο πιο μακρυά μπορεί-»

Η μύτη μια λόγχης ξεπήδησε από το μέτωπό του. Τα μάτια του γύρισαν ανάποδα. Ο Τοσκάαν έβγαλε μια πνιχτή κραυγή. Η Έλισσα ούρλιαξε. Ένας άνδρας έβγαλε τη λόγχη του από το κρανίο του Τοσκάαν που ψυχορραγούσε και προχώρησε προς το μέρος της. Ένας στρατιώτης έμπηξε το στιλέτο του βαθιά στην καρδιά του πεσμένου Λουθήτη.

Οι οπλισμένοι άνδρες γέμισαν τη σπηλιά. Ο Ζαλίι τίναξε το ακόντιό του πάνω στην κοπέλα με τον κόκκινο μανδύα. Ήταν η τελευταία. Η 'Ελι γλίστρησε στο αίμα των σκοτωμένων και έπεσε. Η λόγχη καρφώθηκε στον βράχο από πίσω της.

Ο Ζαλίι είχε αστοχήσει μα δε δίστασε. Όρμηξε μπροστά και έσυρε την κοπέλα από τα εβένινα μαλλιά της που κολλούσαν από το εξίσου μαύρο αίμα των υπόλοιπων δαιμόνων. Η Έλι επιτέθηκε στο πρόσωπο του πολέμαρχου χαράζοντας πορφυρά ρυάκια με τα νύχια της. Δε θα τον άφηνε να τη σκοτώσει τόσο εύκολα.

Το ρήγμα στον βράχο έριξε το τελευταίο αδύναμο φως της μέρας στο πρόσωπό της. Ήταν πασαλειμμένη με χώμα και πηχτό μαύρο αίμα και τα περίεργα μάτια της έκαιγαν με μίσος. Ο Ζαλίι σάστισε για μια στιγμή «Είσαι...» κατέβασε το γιαταγάνι του «...Είσαι σαν εμάς... Τα μάτια σ-». Η Έλι χίμηξε μπροστά σαν την ύαινα και γραπώνοντας την σκαλιστή περικεφαλαία του, χτύπησε το κεφάλι του στον βράχο. Ο άντρας παραπάτησε και η κοπέλα έτρεξε να φύγει. Είχε φθάσει ως την είσοδο όταν δύο στρατιώτες τη έριξαν στο έδαφος στρίβοντας τα χέρια της πίσω από την πλάτη της.

Ο Ζαλίι διέταξε να την κουβαλήσουν έξω. Χρειάστηκε να τη σύρουν.

«Ψάξτε όλο το μέρος για βιβλία. Κάθε χαραγματιά του βράχου. Φορτώστε στην άμαξα ό,τι βρείτε. Όσο μικρό ή επουσιώδες και αν σας φαίνεται!»

Η Έλισσα ήταν σε κατάσταση απελπιστική. Μπουσουλούσε ανάμεσα στα πτώματα των Λουθητών προσπαθώντας να τα αναγνωρίσει. Μα το μακελειό δεν είχε αφήσει τέτοια περιθώρια. Τα πτώματα δε μπορούσαν να ταυτοποιηθούν. Ήταν μια μάζα σάρκας και κόκκινου υφάσματος. Το κόκκινο χρώμα είχε ποτίσει μαύρο. Από μέσα της θρηνούσε, ωρυόταν. Έδειχνε όμως να έχει χάσει το μυαλό της. Η έκφραση της δε φανέρωνε κανένα συναίσθημα και τα μάτια της κοιτούσαν κενά πίσω από τα βλέφαρά της. Σαν των πεθαμένων.

Ο αρχηγός τη σήκωσε με τη βία στα πόδια της και έδωσε εντολή να καούν τα πτώματα. Την οδήγησε έξω από τα όρια της Σκήτης και εκείνη τον ακολούθησε πειθήνια. Τη βοήθησε να πλυθεί από τη μακάβρια βρώμα με την οποία ήταν καλυμμένη και προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της. Μα αυτή τον κοιτούσε άτονα. Σα να μη τον καταλάβαινε. Ήταν εκεί, χαμένη κάτω από τον νυχτερινό ουρανό με κάθε ελπίδα της να έχει ναυαγήσει. Έφερε το χέρι της στο στήθος της και ένιωσε το μέταλλο, πιο ζεστό από το ίδιο της το κορμί, να πάλλεται μαζί με την καρδιά της. Αδύναμα.

Οι Βελιθανοί μάζεψαν όποιο βιβλίο ή πάπυρο βρήκαν στη σκήτη και στη συνέχεια στίβαξαν τα πτώματα στη σπηλιά της Σύναξης όπως τους είχαν διατάξει. Περιέλουσαν τον τόπο με ένα γαλακτόχρωμο υγρό που αποκαλούσαν υγρή φωτιά και πέταξαν ένα μισοσβησμένο κάρβουνο στον βράχο. Το υγρό αναφλέχθηκε αμέσως. Οι φλόγιες θέριεψαν και εξαπλώθηκαν και στους κοντινούς βράχους. Η φωτιά έκαιγε για ώρες και οι πύρινες γλώσσες έφθαναν μέχρι τον ουρανό.

***

Μέσα στη νύχτα, οι στρατιώτες έστησαν μια θράκα όπου έψησαν όσες από τις κατσίκες τους δεν είχαν διασκορπιστεί πολύ μακριά μέσα στην έρημο, τρομαγμένες από τους ιππείς, τον καλπασμό των Μιρρέχ και το μακελειό. Είχαν ήδη αρχίσει να πίνουν το λευκό, δυνατό αλκοόλ που κουβαλούσαν μαζί τους από πολύ νωρίτερα και τώρα, κάποιοι από αυτούς κοιμόντουσαν ή τρέκλιζαν μεθυσμένοι. Οι υπόλοιποι έτρωγαν από τα ψητά ζώα. Η τσίκνα του ψητού κρέατος αναγούλιασε την Έλι. Τα πτώματα που καίγονταν λίγες εκατοντάδες κνήμες πίσω τους λογικά, θα μύριζαν ανάλογα.

Σηκώθηκε τρεκλίζοντας από την ακινησία των τόσων Μυθρών και πλησίασε τα Μιρρέχ που ανακάτευαν με τις μουσούδες τους την άμμο ψάχνοντας μάταια για βοσκή. Τα άλογα αυτά διέφεραν λίγο από τα Μιρβάαλ που είχε δει να ιππεύουν οι νομάδες. Ήταν πιο ψηλά, με λεπτότερο λαιμό και πόδια. Και η χαίτη τους ήταν κοντή, πλεγμένη σε δαχτυλίδια. Τα κέρατά τους, όμοια με του Ταύρου ήταν χοντρά και προτεταμένα και όχι στριφογυριστά όπως των Μιρβάαλ ή των κριαριών. Μύρισε την αψιά μυρωδιά τους και χάϊδεψε τις μουσούδες και τις ράχες τους. Τα ζώα, όλα τα ζώα εξέπεμπαν μια ηρεμία που γαλήνευε και την ίδια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να σκέφτεται μόνο τον νυχτερινό αέρα στην έρημο. Που της χάιδευε το πρόσωπο, που της ανακάτευε τα μαλλιά, που-

Κάποιος την άρπαξε από πίσω, ένας μεθυσμένος νεαρός που του έλειπαν μερικά δόντια. Η ανάσα του βρωμοκοπούσε από το ποτό και ο ξινός ιδρώτας του την αναγούλιαζε. Προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του αλλά, ήταν πολύ δυνατός γι αυτήν. Της τράβηξε τράβηξε το παντελόνι σκίζοντάς το με το ένα χέρι ενώ με το άλλο ξεκούμπωνε το δικό του. Η Έλι του έσφιγγε τις παλάμες του, διώχνοντάς τις από τα μέρη της χωρίς αποτέλεσμα ενώ έκλαιγε, φωνάζοντας για βοήθεια. Ποια κόλαση την είχε καταραστεί έτσι και γιατί;

Ο στρατιώτης την πέταξε στα γόνατά της λαχανιάζοντας. Της κάρφωσε τα χέρια στο έδαφος κρατώντας τους δύο τις καρπούς στη δικιά του τεράστια παλάμη και παραμέρισε τα σκισμένα ρούχα της με λύσσα. Την γύρισε ανάσκελα. Τον έφτυσε κατάμουτρα και εκείνος τη χαστούκισε με δύναμη. Στο στόμα της ένιωσε τη χάλκινη γεύση του αίματος.

«Σκύλα!» ο άντρας ξεφυσούσε στο πρόσωπό της ασθμαίνοντας «Θα σου μάθω εγώ τί θα π-»

Ένα δερμάτινο λουρί τυλίχτηκε σα φίδι γύρω από τον λαιμό του ξαφνικά, κόβοντάς του την αναπνοή. Ο άντρας τινάχτηκε μακριά της παραπατώντας. Η φιγούρα που στεκόταν από πάνω της κροτάλισε το μαστίγιό της άλλη μια φορά και ξάπλωσε τον μεθυσμένο στην άμμο. Τον ήχο του απότομου συρσίματος του δέρματος πάνω στην ανθρώπινη σάρκα κάλυψε ο ήχος του αυχένα του άνδρα που έσπαγε.

Ο άνδρας κουβάλησε την Έλισσα που έτρεμε σύγκορμη μέχρι τη φωτιά όπου και την ξάπλωσε. Ήταν ο Ζαλίι. Της φόρεσε ένα δικό του παντελόνι ιππασίας, φαρδύ και με κρόσσια, όπως συνηθιζόταν στην Κοιλάδα. Στο φως της φωτιάς τα έντονα πράσινα μάτια του έλαμπαν όσο και οι πολύτιμες στα χρυσά βραχιόλια που φορούσε στα μπράτσα του. Της μίλησε και πάλι στα Βελιθανά αργά, με τη βαθιά, υγρή προφορά του.

«Μη φοβάσαι, Κανείς δε θα σου κάνει κακό. Όλες οι νεαρές κοπέλες είναι για εμάς προστατευόμενες της Θεάς Βέλις. Μη φοβάσαι.»

Η Έλισσα αναλύθηκε σε λυγμούς για μια κόμη φορά. Τα μάτια της την έκαιγαν πλέον από το κλάμα.

«...Μη φοβάσαι. Στο Ναό της θα είσαι σπίτι...» συνέχισε να της ψιθυρίζει παρηγοριές.

Η Έλισσα έγειρε στο πλάι και γεύτηκε την ξινή χολή στο στόμα της, όσο το άδειο της στομάχι προσπαθούσε να αδειάσει το ανύπαρκτο περιεχόμενό του. Το έδαφος άρχισε και πάλι να στριφογυρνά και η Έλι λιποθύμησε ξανά.

Το επόμενο πρωί το στράτευμα του Ζαρκάαν Ζαλίι Σελάμ αναχώρησε προς την Βέλιθα, την πρωτεύουσα της Κοιλάδας. Μαζί τους έφερναν ένα σημαντικό αριθμό αρχαίων γραφών που τόσο επιθυμούσε ο Μέγας Βεζίρης καθώς και, την άρρωστη Έλισσα, πιο αδύναμη από ποτέ. Ήταν απόφαση του ίδιου του Ζαλίι να αιτηθεί γι' αυτή άσυλο στους ιερείς της Θεάς Βέλις. Για τρεις Ανατολές, η κοπέλα παραληρούσε από τον πυρετό. Το σώμα της διέτρεχαν ρίγη και σπάνια ξυπνούσε για να φάει ή να πιει κάτι. Όταν ο ουρανός χάραζε για τέταρτη φορά μετά την καταστροφή της Σκήτης και τον θάνατο των Λουθητών, η Έλισσα αντίκρυσε για πρώτη φορά το ιερό νησί της Κοιλάδας και το Τέμενος της Θεάς.

..................................................................................................................................................


Στον   -NamelessWriter-

που με το βιβλίο του Hotel Gorey έχει κάνει ένα πραγματικό δώρο στο ελληνικό wattpad, στο οποίο και μόλις επέστρεψε... Άντε κ καλή επάνοδο!

Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top