Ποιά ήταν η διαφορά... 11

Ο Ορέστης είχε κλείσει τα μάτια του απολαμβάνοντας τη θέρμη του κορμιού της Σάρη πάνω στο δικό του, με την πληγή του να κλείνει πολύ αργά. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί φυσικά, έκανε όμως χώρο στο πέτρινο κρεβάτι του, για να μπορεί η Σάρη να τεντώσει τα πόδια της πλάι στα δικά του. Το κεφάλι της τώρα ακουμπούσε στον ώμο του και τα μάτια της ήταν μόνιμα καρφωμένα στο πανέμορφο πρόσωπό του.

«Γιατί με κοιτάς; Αισθάνομαι άβολα» ψέλλισε αδύναμα ανοίγοντας τα βλέφαρά του αργά και στρέφοντας το κεφάλι του προς το μέρος της.

Η Σάρη αναστέναξε. «Απαγορεύεται να σε χαζεύω;» είπε ψέματα, στην πραγματικότητα ο φόβος μην τον χάσει, είχε θρονιάσει μέσα της.

«Δεν πεθαίνω τόσο εύκολα εγώ» την καθησύχασε γνωρίζοντας την ανησυχία της. Κάποιες από τις τούφες των ξανθών μαλλιών του έπεφταν στα μάτια του και τα απομάκρυνε αγγίζοντας ανεπαίσθητα το μέτωπό του με τα ακροδάχτυλά της.

«Το ξέρω» στέναξε εκείνη σιγανά.

«Σαριήλ» ακούστηκε βροντερή η φωνή του Εωσφόρου από το κέντρο της σπηλιάς, όπου τώρα έκαιγε μια τεράστια φωτιά, ρίχνοντας φως στα σώματα, και τα τοιχώματα γύρω της.

Η Σάρη γύρισε πάνω από τον ώμο της, μέσα στο σκοτεινό και απόμερο βάθος του προσωρινού αναρρωτηρίου, εντοπίζοντας τον αιώνιο φίλο που την καλούσε, λουσμένο στη χρυσαφιά λάμψη της φωτιάς. Μπροστά στα πόδια του, παρατήρησε ένα σαπισμένο σώμα που κοιτούσε τρελαμένο τις φλόγες. Τα ζόμπι απεχθάνονταν της ζεστασιά του ήλιου και της φωτιάς, ήξεραν πως μετά την ζέστη ακολουθεί ο θάνατός τους.

«Έρχεσαι λίγο» ζήτησε ευγενικά ο Εωσφόρος.

«Φυσικά» είπε ανόρεκτα εκείνη. Γύρισε πάλι στο Ορέστη που της χαμογελούσε όπως πάντα. Τα δάχτυλά της πέρασαν πάνω από το στέρνο του απαλά, και αμέσως σηκώθηκε.

Απομακρύνθηκε βαδίζοντας αβίαστα προς το μέρος που ήταν μαζεμένοι όλοι, γύρω από τη φωτιά. Ο Ορέστης την ακολούθησε με το βλέμμα του, θαυμάζοντας το φυσικό λίκνισμα των γοφών της και τις κινήσεις των χεριών της. Τον τρόπο που τα μακριά καστανά μαλλιά της χτένιζαν απαλά τη λεπτή μέση της, ενώ στο φόντο της φωτιάς φάνταζε σαν μια σκοτεινή θεά. Τα φτερά της είχαν εξαφανιστεί από το οπτικό του πεδίο. Με κάποιο μαγικό τρόπο, φαντάστηκε, να κρύβονται κάτω από το δέρμα της. Δεν ήταν τόσο ψηλή όσο η Φύση μα τα μακριά πόδια της της προσδίδανε έναν διαφορετικό αέρα, και η στάση του σώματός της μια αρχοντιά που δεν διέθεταν πολλές γυναίκες. Ο Ορέστης βέβαια είχε γνωρίσει και την άλλη πλευρά του εαυτού της που ήταν εύθραυστη και ευάλωτη. Ένιωσε περήφανος έχοντας αυτή τη γυναίκα πλάι του, μα με τον ίδιο τρόπο αισθανόταν και για τη Φύση. Ποια ήταν λοιπόν η διαφορά; αναρωτήθηκε. Τι παραπάνω είχε αυτή από τη Φύση; Το ότι ήταν άγγελος; Μπορεί. Έδωσε μια πιθανή απάντηση στον εαυτό. Θα το ανακάλυπτε σύντομα, γιατί σε καμία των περιπτώσεων δεν ήθελε να παραδεχτεί πως ήταν ερωτευμένος. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Έτοιμος ήταν να ορκιστεί, πως δεν ήταν έρωτας αυτό που σκιρτούσε στο στήθος του κάθε φορά που την ένιωθε κοντά του. Ίσως να μην το παραδεχόταν και ποτέ, μα το σώμα του αντιδρούσε κάθε φορά αντανακλαστικά με διαφορετικό τρόπο. Οι αισθήσεις του ούρλιαζαν μέσα του και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, είτε ήταν με σάρκα και οστά μπροστά του, είτε με την αόρατη μορφή της πλάι του.

Έκλεισε τα μάτια του εστιάζοντας στην επούλωση, δεν άντεχε να μείνει καθηλωμένος στο πέτρινο κρεβάτι του για πολλές ώρες, ένα κρεβάτι σκληρό και τραχύ. Αν σε λίγο η πληγή του δεν έκλεινε το σώμα του θα άρχιζε να πονά από το πιάσιμο που θα του δημιουργούσε η επιφάνεια του βράχου μέσα στον οποίο κείτονταν.

Η επιθυμία του να δει τι γίνεται με τον μολυσμένο, ήταν μεγάλη μα αδυνατούσε να ακούσει το παραμικρό, πράγμα που τον εκνεύριζε. Ήταν μαθημένος να τα έχει όλα υπό τον έλεγχό του και να βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή των περιστάσεων.

Γύρισε το κεφάλι του προς το βραχώδες τοίχωμα επιτρέποντας στο σκοτάδι να τον ηρεμήσει και να τον υποδεχτεί στην αγκαλιά του. Σαν τα άρρωστα ζώα που αναζητούν ένα σκοτεινό μέρος να απομονωθούν.

Μα αυτό δεν κράτησε πολύ μιας και το πράσινο χέρι της Φύσης τον γύρισε ξανά ανάσκελα.

«Πως είσαι;» τον ρώτησε με την έκφρασή της ακόμη συγχυσμένη από το σοκ, να αναγκαστεί να δει τον φίλο της σε αυτή τη κατάσταση.

https://youtu.be/XbzkaznpZD0

«Καλύτερα» απάντησε ο Ορέστης ψυχρά, σημειώνοντας στο μυαλό του αυτή τη μικρή διαφορά. Με τη Σαριήλ του ερχόταν πάντα να χαμογελά. Με τη Φύση από την άλλη μιλούσε πάντα ωμά, δεν του έβγαινε αυτό το συναίσθημα. Ίσως γιατί μεγάλωσαν μαζί, πολέμησαν μαζί, και πέρασαν πάρα πολλά. Και στην πραγματικότητα ο Ορέστης ήταν πάντα απόμακρος και ψυχρός απέναντι στους περισσότερους, εκτός από μικρά παιδιά, ζώα... και τη Σαριήλ. Έψαχνε συνεχώς πιθανές λογικές εξηγήσεις, μα έπεφτε ξανά και ξανά στο κενό. Έβριζε από μέσα του συλλογιζόμενος, και αναρωτιόταν το γιατί.

Ακούμπησε την παλάμη της πάνω στον ώμο του και ξαφνικά ένιωσε το άγγιγμά της ξένο. Δεν το ήθελε αυτό, η Φύση ήταν πάντα καλοδεχούμενη πλάι του, την αγαπούσε, μα τι είδος αγάπης ήτανε αυτό. Μάλλον έπρεπε να ξεκαθαρίσει μέσα του αυτές τις μικρές διαφορές.

Σήκωσε το βλέμμα του πάνω της αναγνωρίζοντας ένα γνήσιο ενδιαφέρον, μα για κάποιο λόγο δεν ήταν το ίδιο που συναντούσε στο πρόσωπο της Σαριήλ. Και αυτό τον μπέρδευε. Περίεργες σκέψεις του είχαν επιτεθεί ξαφνικά.. πως φάνηκε άραγε στη Φύση η οικειότητα της Σαριήλ απέναντι του. Τόσες φορές είχαν χλευάσει τον έρωτα μαζί. Να ήταν ερωτευμένος και να μην το ήξερε;

Η Φύση πήρε το χέρι του ανάμεσα στις παλάμες της και το έφερε κοντά στα χείλη της. «Τρόμαξα Ορέστη... πολύ» είπε φέρνοντας την παλάμη του πάνω στο μάγουλό της, και έκλεισε τα μάτια της.

«Μια χαρά είμαι Φύση θα επουλωθώ σύντομα» γύρισε το κεφάλι του από την άλλη, αποφεύγοντας το ερωτηματικό της βλέμμα.

«Τι τρέχει με την διοικήτρια; Από πού και ως που έχετε αυτή τη σχέση;» η ερώτηση στην οποία δεν ήταν έτοιμος να απαντήσει ειπώθηκε.

Ο Ορέστης αναστέναξε βαριεστημένα.

«Μεγάλη ιστορία. Που να σου εξηγώ τώρα» για κάποιο λόγο δεν είχε την επιθυμία να μοιραστεί με κανέναν τις προσωπικές στιγμές του με τη Σαριήλ.

Η Φύση άφησε το χέρι του να πέσει πάνω στην πέτρα.

«Τότε θα σε αφήσω να ξεκουραστείς» ήταν φανερό από τον τόνο της φωνής της πως τα συναισθήματά της είχαν πληγωθεί.

«Ναι» απάντησε ανόρεκτα εκείνος, δίχως να γυρίσει να την κοιτάξει ξανά. Δεν παραπονέθηκε ούτε για το χέρι του που προσγειώθηκε άγαρμπα πάνω στην τραχιά πέτρα. Άκουσε τις μπότες της να απομακρύνονται.

Την ίδια στιγμή που ένα γνώριμο ουρλιαχτό έσκιζε τον αέρα. Το κεφάλι το Ορέστη πετάχτηκε προς την κατεύθυνση της φωτιάς. Μπροστά από τον μολυσμένο τώρα, στεκόταν η Σαριήλ με μια έκφραση αηδίας και μίσους κοίταζε το πλάσμα. Τα φτερά της όρμισαν έξω από την πλάτη της όπως πηδούσε στον αέρα, βγάζοντας και τα δύο σπαθιά που ήταν τώρα ορατά. Άλλο ένα ουρλιαχτό δραπέτευσε από το στόμα της, καθώς τα σπαθιά της κομμάτιαζαν το σάπιο σώμα.

Η εικόνα της ήταν μαγική και ο Ορέστης δεν μπορούσε παρά να νιώσει δέος.

Η Σαριήλ έπειτα κλότσησε τα τέσσερα μέρη που είχε χωρίσει το σώμα του, διαδοχικά μέσα στη φωτιά. Όταν πια αυτά καιγόταν μαζί με τα υπόλοιπα ξύλα, άλλη μια κραυγή ξέφυγε από το στόμα της και τα καστανά μαλλιά της αιωρήθηκαν πάνω από το κεφάλι της τρελαμένα. Τα σπαθιά της χώθηκαν στην πέτρα όπως γονάτιζε εξαντλημένη μπροστά στη φωτιά. Πήρε μερικές βεβιασμένες ανάσες και στράφηκε πάνω από τον ώμο της.

Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν μόνο για μια στιγμή, μετά άνοιξε ξανά τα φτερά της, χώνοντας τα σπαθιά μέσα στις περίτεχνες θήκες πίσω από την πλάτη της και με αστραπιαία ταχύτητα εγκατέλειψε τη σπηλιά αφήνοντας πίσω της μια γαλαζωπή λάμψη. Χάθηκε στον νυχτερινό ουρανό.


Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top