Αίμα... 14

Σαράντα ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που το μαχαίρι του σιχαμερού πλάσματος μπηγόταν στο σώμα του Ορέστη. Ο ίδιος είχε βυθιστεί σε ένα παραλήρημα, μιλώντας συνεχώς για την ομορφιά του πλανήτη. Φαίνεται έπιασε η ευχή του και ονειρευόταν έναν όμορφο κόσμο. Παρά τις όμορφες λέξεις που ξεστόμιζε, ο ιδρώτας στο μέτωπό του και το χρώμα της επιδερμίδας του που γινόταν ολοένα και πιο μαύρο, μαρτυρούσαν πως υπέφερε. Το σώμα υπέφερε και ο νους γαλήνευε.

Η Σαριήλ βημάτιζε πέρα δώθε κατά μήκος του αυτοσχέδιου κρεβατιού του, σμιλεμένου στην πέτρα, ρίχνοντάς του κλεφτές ματιές γεμάτες αγωνία. Πού και που σταματούσε, με το σμαραγδένιο βλέμμα της εστιασμένο στο άνοιγμα της σπηλιάς απ' όπου ευελπιστούσε να δει μια αχτίδα φωτός. Τον λυτρωτή ήλιο, να απλώνει τα χρυσαφιά πλοκάμια του, ώστε να γιατρέψει στη στιγμή τη μεγάλη της αγάπη. Αλλά μάταια. Η ελπίδες της κατατροπώνονταν και έπεφταν στο κενό η μία μετά την άλλη.

Η Φύση καθόταν σε μια εσοχή του βράχου, με τα πόδια της μαζεμένα μπροστά από το στήθος της, και το πράσινο δέρμα της να έχει αποκτήσει μια πιο σκούρα απόχρωση. Τα κατακόκκινα μαλλιά της απλώνονταν γύρω από το σώμα της, ενώ τα δάχτυλα του ενός χεριού της ήταν συνεχώς μέσα στο στόμα της, καθώς ασυναίσθητα μασουλούσε τα νύχια της.

Οι δύο γυναίκες δεν αντάλλαξαν ούτε μια ματιά κατά τη διάρκεια της ώρας που περνούσε, μοιράζονταν όμως τον ίδιο πόνο.

«Σαριήλ» ψέλλισε αδύναμα ο Ορέστης, με το χέρι του να αιωρείται προς αναζήτηση επαφής μαζί της.

Η Σάρη κινήθηκε σαν αστραπή κοντά του, με μια μάσκα οδύνης να καταστρέφει την ομορφιά του προσώπου της.

«Εδώ είμαι αγάπη μου» μουρμούρισε τυλίγοντας με τα δάχτυλά της την παλάμη του.

Ο Ορέστης χαμογέλασε για μια στιγμή, έπειτα οι κυνόδοντές του φανερώθηκαν μεγαλόπρεποι κάτω από τα χείλη του που έτρεμαν ελαφρώς.

«Χρειάζομαι αίμα» τον άκουσε να λέει σαν ο λαιμός του να είχε κάτι μέσα του που κατακρεουργούσε τον ήχο της φωνής του.

Η Σαριήλ εν μέρει τρομοκρατήθηκε. Πάγωσε για μια στιγμή. Αμέσως αναζήτησε τη Φύση με το βλέμμα της να στρέφεται στην διπλανή εσοχή. Η οποία πήδηξε από τη θέση της το ίδιο σοκαρισμένη. Και ήταν λογικό μιας και ο Ορέστης ποτέ δεν είχε την ανάγκη να τραφεί με αίμα. Ακόμη και καθαρόαιμοι βρικόλακες δεν τρέφονταν συχνά με φρέσκο αίμα.

«Πως σου ήρθε αυτό;» δεν δίστασε να ρωτήσει η Φύση που έσπευσε πλάι του αμέσως.

Τα βλέφαρα του Ορέστη πετάρισαν απότομα και η θέα των ματιών του τρομοκράτησε περισσότερο τις δύο γυναίκες. Το λευκό του βολβού είχε πάρει μαύρη απόχρωση και η ίριδα κατακόκκινη σα να έσταζε αίμα, αδυνατούσε να εστιάσει οπουδήποτε.

«Ο οργανισμός μου παλεύει Φύση...» έκανε μια παύση με τις φωνητικές χορδές του να παίζουν ένα τρελό παιχνίδι. «Η όρασή μου κοκκινίζει, μόνο έτσι μπορώ να το εκλάβω... πείνα» γρύλισε.

Η Σαριήλ πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα. Ανασηκώθηκε από την άκρη του κρεβατιού στην οποία είχε βολευτεί πριν από λίγο, τείνοντας το γυμνό χέρι της προς το στόμα του.

«Έλα πιες το δικό μου» είπε αποφασιστικά. Η άλλη παλάμη της χώθηκε κάτω από το κεφάλι του, ώστε να το ανασηκώσει και έτσι καταφέρει τα δόντια του να εφαρμόσουν πάνω στο δέρμα της.

Ο Ορέστης δεν είχε κάνει ποτέ του κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα να διστάζει και ο ίδιος να τρυπήσει τη σάρκα της αμέσως.

«Είσαι σίγουρη;» ψιθύρισε απαλά με βραχνή φωνή.

Η Σαριήλ αρχικά ένευσε μα βλέποντας το χαμένο βλέμμα του, δίχως εστίαση, προτίμησε να επιβεβαιώσει και με λέξεις την αποφασιστικότητά της.

«Ναι Ορέστη μου, αν είναι για το καλό σου. Πιες και μη με λυπάσαι. Ξέρεις πως είμαι δυνατή εγώ» γέλασε λυπημένα και τον φίλησε το μέτωπο.

«Εντάξει» είπε μόνο εκείνος και την αμέσως επόμενη στιγμή οι σουβλεροί κοπτήρες του έσκιζαν τους ιστούς της.

Το στόμα του γέμισε αμέσως με την κόκκινη πηχτή ουσία κατευθείαν μέσα από τις φλέβες της, ζεστό, κολλώδες και λαχταριστό. Γλιστρούσε μέσα στον οισοφάγο του δρώντας αμέσως σαν τις αχτίδες του φωτός, σαν φάρμακο λυτρωτικό. Με τα κύτταρα του οργανισμού του να απορροφούν την αγγελική της υπόσταση και να αναπλάθονται στη στιγμή. Να ζωντανεύουν και να διώχνουν το δηλητήριο από τον καταπονημένο οργανισμό του. Οι λευκοί αγγελικοί στρατιώτες να εξοντώνουν κάθε τι σκοτεινό.

Μα δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό του να τραφεί περισσότερο, διότι το αγγελικό αίμα ήταν ικανό να σκοτώσει και την βρικολάκιασα φύση του, πράγμα που θα του στερούσε τις δυνάμεις του και την αθανασία του. Σκέψεις και εικόνες που ξεπηδούσαν μέσα στο μυαλό του όσο το αίμα της Σαριήλ του άνοιγε καινούριες πόρτες μέσα στο άδυτο κόσμο των αγγέλων.

«Φτάνει» είπε στον εαυτό του, παίρνοντας τα δόντια του μακριά από τον καρπό της Σάρη. Το βλέμμα του εστίασε πάνω της πεντακάθαρο, με τα χείλη του ακόμη ματωμένα, λερωμένα από το ίδιο της το αίμα. Αίμα που του αποκάλυψε πολλά μυστικά.

Με τις δυνάμεις του να επιστρέφουν έγλυψε τα χείλη του, καθαρίζοντάς τα. Άπλωσε το χέρι του αρπάζοντας το σβέρκο της με σταθερό κράτημα, όπως κολλούσε το λαίμαργο στόμα του τώρα πάνω στο δικό της, με έναν ήχο ευχαρίστησης που προερχόταν ευθύς μέσα από το στήθος του.


Πάει καιρός babes... i am back!!! Kisses!!!!

Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top