~ 49 ~
~ Ο Λίτσβερ θυμάται... ~
Ο Λίτσβερ περιφέρονταν στην βασιλική κρεβατοκάμαρα του κάστρου τον Λιμνοφιδίων πέρα δώθε νευρικός. Ο Βαρόνο να τον παρακολουθεί αμέτοχος... Ήξερε καλά τον Λίτσβερ, δεν ήταν να τον διακόπτεις ενώ σκεφτόταν. Εκτός κι αν θες να ξυπνήσεις την άλλη μέρα χωρίς κεφάλι... Τα συνήθιζε τέτοια περιστατικά και ο Βαρόνος -ακόμα και ως βασιλιάς- τον φοβόταν. Ο παιδικός του φίλος τον είχε επισκεφθεί και δεν ήταν σε καμία περίπτωση "τυχαία" η αναπάντεχη συνάντησή τους... Η άλωση του πρόσφατα κατεκτημένου βασιλείου -από τον ανιψιό του, την φυγά Βασίλισσα Ελεωνόρα και τους ακόλουθους τους- τον είχε φτάσει στα όρια του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ακόμα ο πληροφοριοδότης του, που ήθελε να του μεταφέρει μια σημαντική -πανάκριβη- πληροφορία αργούσε να του στείλει νέα ή τόπο συνάντησης. Σε αυτήν την έξαρση του θυμού του κανονικά κάνεις δεν θα έπαιρνε το ρίσκο να τον ενοχλήσει αλλά ο Βαρόνος ήταν περίεργος να μάθει τι σκεφτόταν...
-Ενησχίσεις για τον κατάσκοπο? Τον ρώτησε τελικά και εκείνος γέλασε με τον τρομακτικό τρόπο.
-Ο Ναντ είναι και βλάκας. Είπε ξεκάθαρα. Σίγουρα θα τον ανακαλύψανε και θα τον σκότωσαν. Δεν τον είχα και για κάτι παραπάνω παρά μια "προειδοποίηση". Του είπε φευγαλέα και ο Βαρόνος μαζεύτηκε. Ο φίλος του τα είχε τετρακόσια -σε αυτόν τον τομέα τουλάχιστον-...
-Και τι στο καλό σε ανησυχεί? Ή εξαφανίσει του γιού σου?
Τον ρώτησε μπερδεμένος περιμένοντας ήδη μια απάντηση που θα τα διέψευδε όλα...
-Χα! Αυτός είναι πιο ανόητος και το ίδιο άχρηστος με τον βασιλιά των Θαλασσινών! Ικανό τον έχω να έχει αιχμαλωτιστεί ή παραδωθεί από μόνος του στο ξάδελφο του. Χλεύασε την νοημοσύνη του γιού του. Ο Βαρόνος δεν απόρησε με τα λόγια του. Ο Λίτσβερ δεν είχε καμία συναισθηματική σχέση με τον γιό του... Τον μισούσε, το ίδιο και την σύζυγό του. Πριν καν γίνει ο γάμος ήξερε ξεκάθαρα ότι δεν την ήθελε. Καταβάθος -όσο κι αν προσπαθούσε να μην το δείχνει στο λαό- ο Λίτσβερ ποτέ δεν αγάπησε έστω στο ελάχιστο την Θάλεια... Όσο γλυκιά και καλή ας ήταν, ο Λίτσβερ την ήθελε μόνο ένα λόγο. Ήταν ο πιο έξυπνος τρόπος για να καλύψει τα νότα του. Να πάρει την εκδίκησή για την αγαπημένη του Ιζαμπέλα του, αποκτώντας βέβαια έναν διάδοχο. Όμως ο Βαρόνος φοβόταν να το πει ή να το αναφέρει, έστω και σε μια του πρόταση...
-Η κόρη σου με αποσχολει περισσότερο. Πρόσθεσε στα λόγια του ο Λίτσβερ ενώ κοίταξε τον Βαρόνο επιθετικά.
-Στην θέση σου, συνέχισε λέγοντας, εγώ θα την είχα ξεμαλλιάσει μόλις την έβρισκα ή θα την έδενα γυμνή στην κεντρική πλατεία αντί να την αφήσω να το ξανασκάσει και να σαλιαρίζει με τον ανιψιό και εχθρό του καλύτερου σου φίλου... Ο Βαρόνος προσπάθησε να δικαιολογηθεί:
-Δεν πρόλαβα να την τιμωρήσω! Το άλλο πρωί έφυγε με τον ίδιο ανεξήγητο τρόπο με την πρώτη φορά! Πάντα ήταν τρελή και σαλεμένη αλλά αυτήν την τόση γρήγορη δραπέτευσή της δεν την περίμενα! Του είπε και ο Λίτσβερ δεν μπήκε καν στον κόπο να μιλήσει. Ο Βαρόνος κατάλαβε ότι η δικαιολογία του δεν το κάλυπτε ούτε στο ελάχιστο. Έτσι αντιδρούσε πάντα και για αυτό δεν απάντησε. Ο Λίτσβερ σιχαινώταν τις φτηνές δικαιολογίες...
Κοίταξε αδιάφορος το ταβάνι περιμένοντας μια καλύτερη. Ο Βαρόνος τότε είπε ένα παράδειγμα, που του πρωτοεμφανίστηκε εκείνη την ώρα στο μυαλό:
-Πάντα ήταν παράξενη. Ακόμα θυμάμαι την μέρα που την βρήκα στο δάσος να κοιμάται στα κουφάρια δύο πρόσφατα νεκρών λύκων! Σου λέω καταβάθος δεν είναι φυσιολογικό παιδί!
-Αχα. Ο Λίτσβερ δεν τον κοιτούσε και γέμισε ένα ποτήρι κρασί μέχρι την μέση. Το ήπιε σαν σφηνάκι. Σκούπισε τα χείλη του και προχώρησε προς το μέρος του.
-Οι λύκοι δεν είχαν ούτε μία γρατσουνιά. Ο βασιλιάς των Δεντριδών μόλις το άκουσε τον κοίταξε επίμονα ενώ άφησε το ποτήρι στο δίσκο.
-Ναι ακριβώς! Τόνισε τα λόγια του ο Βαρόνος έχοντας την προσοχή του.
-Σου έχω πει την ιστορία, αλλά το πιο τρελό από όλα ήταν η δικαιολογία της κόρης μου! Κάτι για ένα μπαμπούλα έλεγε, κάτι για ένα πλάσμα τεράστιο, με διάφανη και άλλοτε με γαλάζια μάτια έλεγε και μου ξαναέλεγε... Τους ίδιους εφιάλτες έβλεπε σχεδόν κάθε βράδυ....
-ΤΙ ΕΙΠΕΣ!!! Φώναξε ο Λίτσβερ πιάνοντας από τον λαιμό και κολλώντας τον στον τοίχο με δύναμη. Γιατί δεν μου το είπε αυτό ποίο πριν!?! Τον απείλησε ενώ τα γαλάζια έντονα μάτια του είχαν κοκκινίσει από τη έξαρση θυμού του.
-Μα ήταν ένα παιδικός εφιάλτης της μικρής μου, άμυαλης κόρης, τι να σου έλεγα?!? Είπε με δυσκολία ενώ δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ο Λίτσβερ τον άφησε κάτω για να πάρει ανάσα. Εκείνος ξεκίνησε ξανά τις σβούρες του στο δωμάτιο, πιο δυναμικά αυτήν την φορά. Ο Βαρόνος αφού έπιασε και έτριψε τον λαιμό του, τρομαγμένος, κοίταξε με απορημένο βλέμμα τον φίλο του.
-Πες μου με κάθε λεπτομέρεια, τι ακριβώς σου είπε?! Τον διέταξε με την απειλητική χροιά της φωνής του ενώ σταμάτησε μπροστά του. Λίγο ψηλότερος από εκείνον -και δύο φορές πιο τρομακτικός- ο Λίτσβερ δεν ήταν να του φέρνεις αντιρρήσεις... Παρόλο αυτά ο Βαρόνος νευριασμένος με την στάση του του είπε:
-Το ξέρεις ότι είμαι και εγώ βασιλιάς!? Είσαι στο παλάτι μου, δωμάτιο μου, μήπως το ξέχασες!?! Δεν είμαι υπήκοος σου! Φώναξε. Πρόσεχε πώς φέρεσαι! Ο Βαρόνος προσπαθούσε να τον "μαζέψει" με τον τρόπο του αλλά ο Λίτσβερ ήταν αλλού για αλλού. Χαμογέλασε σατανικά. Του μίλησε τελικά ήρεμα κρύβοντας παγίδες μέσα στα λόγια:
-Φέρομαι -αν θες να μάθεις- πολύ μα πάρα πολύ καλά αυτήν την συγκεκριμένη στιγμή που μιλάμε. Αν δεν ήσουν φίλος μου θα έχεις συναντήσει τον Ιππόβ -και τους άλλους- πολύ καιρό πριν... Τα λόγια του σόκαραν τον Βαρόνο. Ο τρόμος που περνούσε ο Λίτσβερ στους πάντες τον είχε επιρεάσει και εκείνον!
-Αν θες να ακούσεις της συγνώμη μου, σου τι δίνω εγκάρδια. Μόνο που... Έκανε μια παύση και τον κοίταξε στα μάτια.
-Δεν έχω -πλέον- καρδιά, μου την πήραν. Οπότε συμβιβάσου με ότι βλέπεις... Ο Βαρόνος -συνειδητοποιημένος τι θα περίμενε αν αντιδρούσε- είπε όσα γνώριζε χαρτί και καλαμάρι.
Ο Λίτσβερ γύρισε το σώμα του προς το παράθυρο του δωματίου ξεφυσώντας. Ο Βασιλιάς των Λιμνοφιδίων τον παρακολουθούσε να μονολογεί αλλά τα μόνα λόγια που άκουσε καθαρά ήταν μόνο αυτά:
«Ζει που να πάρει! Ζει και εγώ τι κάνω? Ο ανόητος πίστευα πως είναι νεκρός εδώ και τόσα χρόνια!» και λίγο πιο μετά:
«Η λύση είναι μία! Κρύψε τα νότα σου να μην σε φάνε... Ποίος ξέρει πολλά και δεν πρέπει να μιλήσει? Αα ναι... Πώς και το ξέχασα!». Ο Βαρόνος δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε. Ο βασιλιάς των Δεντριδών ήταν μυστήριος άνθρωπος. Ένας άνδρας με βαθειά πληγωμένα πάθη και καρδιά πιο σκληρή από κάθε ατσάλι ενώ το μυαλό του όργωνε και θέριζε ολόκληρους στρατούς! «Το τέλειο αρπακτικό!» Σκέφτηκε Βαρόνος αλλά δεν του πέρασε ούτε λίγο από το μυαλό να το προφέρει... Ο αδελφικός του φίλος γύρισε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
-Φύγεις? Τον σταμάτησαν τα λόγια του Βαρόνου.
-Ναι, του απάντησε. Έχω δουλειά να κάνω. Ο Βαρόνος ήξερα αυτό το βλέμμα. Ήταν έτοιμος για φόνο! Ποίος είχε πάρει "κρεμάσει" με τα λόγια του άραγε? Αυτό ήταν που δεν γνώριζε αλλά σύντομα θα μάθαινε...
Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Ο Βαρόνος διέταξε να την ανοίξουν. Ήταν το τσιράκι του Λίτσβερ, ο Κεν, τι να τον ήθελε άραγε?
-Ένας στρατιώτης αιχμαλώτησε το γεράκι της προδότρας και επαναστάτισσας Άλισον Μόγκαν. Είχε ένα μύνημα για τον αδελφό της, ορίστε Μεγαλιότατε. Του το έδωσε και ο πανούργος βασιλιάς των Δεντριδών χαμογέλασε άχνα.
-Κεν έχουμε δουλειά. Του είπε ξεκάθαρα. Κανόνισε σε παρακαλώ εσύ αυτό το θέμα και εγώ έχω θα τελειώσω μια μικρή δουλίτσα. Αρκετό καιρό την αφήσει ανολοκλήρωτη. Μάλλον δύο για να γίνω πιο συγκεκριμένος... Συμπλήρωσε και ο φίλος του κατάλαβε:
-Ενωείς τους...
-Ναι. Απάντησε ξερά. Ο Βαρόνος δεν μπορούσε να αντιδράσει, τα χέρια του ήταν εξολοκλήρου δεμένα. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι... Πώς να κάνεις κάποιον να ξεχάσει τις αναμνήσεις του? Δεν θα τους έσωζε ότι κι να έκανε...
↓
Αν θέλετε μπορείτε να μου στείλετε σε σχόλιο ποιος από τους χαρακτήρες σας άρεσε περισσότερο...
Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top