Με ένα καϊκι και λίγη θάλασσα/ part 4(επιλογος)
Η Κατοχή τεσσάρων χρόνων, είχε στερήσει από τους Έλληνες πολλά πράγματα, τα οποία αδυνατούσαν να προμηθευτούν από τη μία στιγμή στην άλλη. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν πως ο Γρηγόρης και ο Πέτρος πλησίαζαν προς τις παραλίες, όπως και άλλοι κάτοικοι του νησιού, αρπάζοντας από τα ναυάγια διάφορα χρήσιμα αντικείμενα. Κατόπιν, ορισμένοι τα φόρτωναν στα γαϊδουράκια και κινούσαν για το χωριό ή το σπίτι τους. Ορισμένα βράδια, όταν ο καιρός αγρίευε και τα κύματα έσκαγαν με φόρα στην ακρογιαλιά, ο Γρηγόρης, ο Μαρτσέλο και ο Αλφ, στέκονταν κοντά στο οχυρό της Μούντας που έμοιαζε πλέον σαν στοιχειωμένη φυλακή. Πολλά τα άσχημα γεγονότα που είχαν βάλει την υπογραφή τους στα τείχη του. Στο σημείο αυτό πτώματα ξεβράζονταν, κάθε φορά που τορπιλίζονταν πλοία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι χωρικοί συχνά τα έβρισκαν και τα έθαβαν δίχως να γνωρίζουν την ταυτότητά τους ή τον θρήνο που θα επέφερε η απώλειά τους. Το ίδιο σκεφτόταν και ο Όττο σαν έφερνε στο μυαλό του το σημείο που είχαν θάψει τον Στάινερ. Αν ζούσε, θα απολάμβαναν μαζί την ελευθερία τους. Εκείνος στα σίγουρα θα γινόταν φίλος με όλους, θα τους παρίστανε τον ποιητή, θα αντάλλαζαν απόψεις. Ίσως βέβαια και να τους χαμογελούσε από ψηλά ευτυχισμένος. Ένα εμπόδιο είχε προσπεραστεί, μα το καζάνι δεν είχε πάψει λεπτό να σιγοβράζει. Οι κάτοικοι του νησιού ζούσαν ακόμη με τα φαντάσματά τους, τις ψυχές τις αδικοχαμένες από τους Γερμανούς. Χρόνια σκληρά, ανείπωτα, μα ο ήλιος έκρυβε ακόμη μία ανατολή.
Η Κεφαλονιά είχε άγρια ομορφιά. Σαν έφτασαν πια, η θάλασσα λαμπύριζε διαμάντι σωστό. Οι καλοκαιρινές ηλιαχτίδες τους χάιδευαν και ο Όττο είχε μείνει να κοιτάζει την ξελογιάστρα. Πεσμένος στα γόνατα, έσερνε φοβισμένος το κορμί του μέχρι τα νερά της. Ο Γρηγόρης χαμογελούσε, ενώ από το βάθος, ακούστηκαν οι φωνές της οικογένειάς του που σαφώς ήταν ενήμερη για τυχόν περίπτωση άφιξης επιπλέον επισκεπτών. Ο Ναγής ηλιοκαμένος, αγκάλιασε τον εγγονό του. Ο παππούς Γρηγόρης συζητούσε χαμηλόφωνα με τους ντόπιους και η γιαγιά Λευκή είχε παραμείνει στο σπίτι για να ετοιμάσει φαγητό, παρέα με την Μάρα τη μητέρα του. Ο Πέτρος σαφώς είχε κατέβει να τον υποδεχτεί και ο πατέρας ήταν στα χωράφια. Τα μάτια όλων καρφώθηκαν στον Όττο, ο οποίος διστακτικά τους χαιρετούσε στα αγγλικά με μία φωνή η οποία ίσα που μπορούσε να ακουστεί.
«Είσαι εκείνος ο περιβόητος νεαρός που έστελνε γράμματα στον εγγονό μου;» ρώτησε ο Ναγής και ο Όττο ένευσε «Να ξερες μονάχα, πόσα έγραφε εκείνος σε εσένα και ας μην παραδόθηκαν ποτέ. Πρέπει να αντιμετωπίσατε όλοι μία Κόλαση»
«Ο Χανς κύριε, ο Εβραίος γείτονάς μου, ήταν κρατούμενος στο Άουσβιτς και ο Αλεξέι, ο Ρώσος φίλος μου, περνά δύσκολες ώρες. Σας ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία, που μας δεχτήκατε όλους...»
«Είστε οι φίλοι του Γρηγόρη, άρα και ευπρόσδεκτοι» πρόφερε ο Ναγής κοιτάζοντας έπειτα τα δυο αγοράκια καθώς και την Χέλγκα της οποίας η ομορφιά ήταν απαράμιλλη.
«Η αρραβωνιαστικιά μου» τη σύστησε ο Όττο «Είναι Εβραία της Γερμανίας. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσα περάσαμε για να είμαστε μαζί και ελεύθεροι»
Ο Αλεξέι πλησίασε και εκείνος, παρέα με την Όλγα. Είχε ελαφρώς χάσει τα πατήματά του και την αλλοτινή του ζωηράδα.
«Καλησπέρα σας. Εγώ είμαι ο Αλεξέι Φεντόροφ και η δική μου αρραβωνιαστικιά. Όλοι έχουμε έρθει σχεδόν με τις κοπέλες και οικογένειές μας, εκτός από το παιδί στο βάθος που αυτή τη στιγμή αρμενίζει στα ανοιχτά με τους ντόπιους» έδειξε τον Αμερικάνο που φαινόταν κυριολεκτικά να το διασκεδάζει.
«Καλωσήρθατε παιδιά» ακούστηκε και η φωνή του Πέτρου ο οποίος έδειχνε τεράστιο ενδιαφέρον για τους Ρώσους. Ο Ντίμα ήταν πιο συνεσταλμένος, έχοντας τα μάτια του καρφωμένα στα δύο αγόρια, τα οποία έμοιαζαν να έχουν αβασάνιστα αφήσει πίσω τους τις φρικαλέες εικόνες των τελευταίων κυρίως μηνών.
Το σπίτι του Γρηγόρη, με τον κήπο στο μπροστινό του τμήμα, απέπνεε μία ζεστασιά. Εκείνοι οι καιροί δεν φημίζονταν για τις πολυτέλειες και η μικρούλα μονοκατοικία δεν αποτελούσε εξαίρεση. Διέθετε όμως μία πόρτα ανοιχτή για όλους και μία αγκαλιά. Μυρωδιές από φαγητά πλανήθηκαν για λίγο ολόγυρα. Ο Μαρτσέλο με τη Ροδάνθη και τον Αλφ, χαιρέτησαν με ζέση όλη τη παρέα που είχε έρθει από μακριά, που είχε ζήσει την Κόλαση. Ο Χανς παρατηρούσε τα ξύλινα τραπέζια, φοβισμένος. Δεν είχε ιδέα πώς έπρεπε να νιώσει στην ιδέα ενός γεύματος, φυσιολογικών στιγμών και χαμόγελων. Οι Έλληνες όμως ήταν εκεί, οι γείτονες είχαν πληροφορηθεί την άφιξή τους και όλοι είχαν σπεύσει να γνωρίσουν ήρωες από όλο τον κόσμο. Η ιστορία του Όττο και του Άλεξ έμοιαζε βγαλμένη από επικά παραμύθια. Ο Ρώσος φαινόταν χαμένος, ενώ ακολουθούσε τον ξανθό νεαρό σε κάθε του βήμα. Ο Τομας είχε άλλη άποψη. Χωμένος κοντά στην χορτόπιτα, επιθυμούσε και με το παραπάνω να βάλει ένα χεράκι, αφηγούμενος την ημέρα που έφτασαν στην Νορμανδία. Το βραβείο του της αφήγησης, ήταν κομμάτια από τη ζεστή πίτα νωρίτερα από τους υπόλοιπους.
Ο Ντίμα από την άλη, σκεφτόταν με ποιον τρόπο θα μπορούσε να βοηθήσει στην επισκευή ορισμένων, γειτονικών σπιτιών. Έπιαναν τα χέρια του, μα το λιοπύρι, τον είχε οδηγήσει στον κήπο και σε μία αιώρα από πανί που είχε στρωθεί στη σκιά των δέντρων. Ο Αλφ που ήταν μαθημένος στα μέρη αυτά, με περισσό θράσος τον παραμέρισε για να ξαπλώσει.
«Αν είναι δυνατόν. Πάντοτε ένας Γερμανός πρέπει να μου ταράζει τον ύπνο» μουρμούρισε στα ρωσικά, μα ο Αλφ δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται.
Η μέρα είχε μεγαλώσει. Οι γονείς και οι παππούδες δεν πίεσαν καθόλου τους καλεσμένους τους. Ήξεραν πόση ανάγκη είχαν από ελευθερία. Ο Ναγής παρατηρούσε τον Γρηγόρη και τον Όττο. Έμοιαζαν να γνωρίζονται χρόνια. Είχαν καθίσει στην αυλή, με τα τετράδιά τους ανά χείρας και ο καθένας μετέφραζε το δικό του ημερολόγιο. Όλη η φρίκη μα και τα συναισθήματα, αποτυπώνονταν επάνω σε εκείνα τα κιτρινισμένα χαρτιά. Κάθε τσάκισμα, κάθε λεκές, κουβαλούσε και μία στιγμή, μία ιστορία. Όφειλαν να τα φυλάξουν διδάσκοντας στις επόμενες γενιές, τη σημασία της αγάπης που δεν γνώρισε ποτέ σύνορα. Αργά, ο Όττο του αφηγήθηκε την προσωπική του πικρή ιστορία. Όντας ακόμη έφηβος το 36, δεν μπόρεσε να του εξομολογηθεί την πάσα αλήθεια για την οικογένειά του ή για την κατάληξή του στα Ες-Ες. Ο Γρηγόρης δεν ήταν εκεί για να τον κρίνει. Θαύμαζε την ανδρεία του και τη μεγαλοψυχία του εν καιρώ πολέμου. Θαύμαζε το γεγονός πως αυτός ο άνδρας δεν είχε αφαιρέσει ούτε μία ζωή αθώου ανθρώπου. Πολλές οι αφηγήσεις ηρωισμού. Ο Γρηγόρης είχε τις δικές του. Η απώλεια ωστόσο του μικρού του αδερφού που ξεψύχησε μακριά από τον τόπο του, έκανε την φωνή του να τρέμει. Ήταν η αδυναμία η δική του και του Πέτρου.
΄΄ Ο Πέτρος και ο Νίκος κοιμούνται σε ένα λασπωμένο αντίσκηνο. Εμένα δεν με χωρούσε και έτσι, παραχώρησα τη θέση μου στον μικρό γιατί είναι άρρωστος. Μέχρι και το ξεροκόμματο που μας πετάνε του δίνω και ας έχει φτάσει το στομάχι μου στη ράχη. Υποφέρει βλέπεις από βαριά δυσεντερία και μέρες τώρα ψήνεται στον πυρετό. Είναι όμως το μωρό μου ο Νικολιός και τη ζωή μου θα έδινα για εκείνον. Άπραγος λοιπόν, περιμένω τις κυβερνητικές αποφάσεις. Αν δεν πεθάνω από την πείνα, σίγουρα θα με φάνε οι ποντικοί που βολτάρουν ανάμεσα στα πόδια μου΄΄
Το κομμάτι αυτό του γράμματος, αντιστοιχούσε στις τελευταίες σχεδόν στιγμές του αδερφού του. Ο Όττο άκουγε με προσοχή. Η απώλεια του δικού του αδερφού, τον είχε εξίσου σημαδέψει για πάντα.
«Τουλάχιστον ο Νίκος αγαπήθηκε όσο του άξιζε. Για τον Λούκα ο ίδιος του ο πατέρας δεν έχυσε ούτε δάκρυ. Η μητέρα μου πέθανε μαραζωμένη πριν από εκείνον, δίχως ποτέ της να με αγαπήσει ειλικρινά»
Ο Γρηγόρης τον κοίταξε με κατανόηση.
«Ο Θεός και η Παναγία μας, δεν αφήνουν ποτέ την καλοσύνη να πάει χαμένη. Για όλους έχουν μεριμνήσει. Μπορεί να μην σε αγάπησαν εκείνοι που σε έφεραν στον κόσμο, μα η αγάπη του ίδιου του κόσμου τους επιβεβαίωσε το λάθος τους. Η οικογένειά μου, έχει ακούσει πολλά για εσένα. Τώρα βέβαια τους έχω ΄΄δέσει΄΄ γιατί αν ξεχυθούν, θα σου κάνουν ανάκριση. Ήδη κρυφοκοιτάζουν από το δωμάτιο» πρόφερε και σηκώθηκε επάνω «Λοιπόν, πάμε να βουτήξουμε;» τον ρώτησε και ευθύς αμέσως του έδωσε το δώρο του. Εκείνο το κάδρο με την μικρή βαρκούλα και τη θάλασσα «Να το κρατήσεις. Θα σε συντροφεύει πάντοτε όπου και αν βρεθείς»
Βγαίνοντας, παρατήρησαν πως ο Ντίμα και ο Αλφ κοιμούνταν βαριά, έχοντας πάθει έγκαυμα στο σημείο του κορμιού τους που ήταν εκτεθειμένο στον ήλιο. Οι κοπέλες βοηθούσαν την οικογένεια να συμμαζέψει, ο Χανς μαζί με τον Μαρτσέλο και δίχως να συνεννοούνται, απλώς έτρεχαν ανάμεσα από τα πευκοδάση, ενώ ο Άλεξ ολομόναχος, είχε κατέβει με τα αγόρια στη θάλασσα, τα οποία πλησίαζαν τους ψαράδες. Δυστυχώς για εκείνον, ο Γιαννάκης βρισκόταν εκεί κοντά, ένα τετράχρονο αγόρι που διαρκώς έβαζε τους ντόπιους σε μπελάδες και την τελευταία φορά, το είχαν ψαρέψει σχεδόν από τον πάτο της θάλασσας. Ο Πέτρος είχε ζητήσει από την Κρίστα να μην ανησυχεί. Οι περισσότεροι του ήταν γνωστοί και τα παιδιά ασφαλή, μιας που δεν ήξεραν κολύμπι. Ο Ρώσος αρεσκόταν να κοιτάζει την κυανή απεραντοσύνη. Η ζωή ανοιγόταν μπροστά του διαφορετική. Έμοιαζε σαν να είχε ζήσει έναν εφιάλτη και τώρα πια να συνεχίζει από το σημείο που είχε αφήσει την καθημερινότητά του. Ο Τομ στεκόταν δίπλα του συζητώντας για την Αμερική. Αν όδευαν προς την Καλιφόρνια δεν θα χρειαζόταν να αποχωριστεί ποτέ ξανά τη θάλασσα.
---------------------------
Η γιορτή της Παναγίας ερχόταν προς το τέλος. Η παρέα αποφάσισε να μείνει για αρκετό καιρό, μέχρι να ολοκληρωνόταν το καλοκαίρι. Σε δύο βδομάδες θα αποχωρούσαν. Ο Ναγής έβλεπε πια τη διαφορά. Τα αλλοτινά, σκυθρωπά και ελαφρώς φοβισμένα πρόσωπα, είχαν λάμψει. Ο Όττο συνήθιζε να κάνει βόλτα με τη Χέλγκα στα δάση, ανέμελος, όταν εκείνο το μεσημέρι του Δεκαπενταύγουστου, την ένιωσε προβληματισμένη.
«Τι έχεις;» άφησε ένα φιλί στο μέτωπό της και την είδε να κατευθύνει τα χέρια της στην κοιλιά της. Τα μάτια του γούρλωσαν.
«Νομίζω πως θα γίνουμε γονείς. Αυτόν τον μήνα δεν....δεν ήρθε...» τα ουρλιαχτά του δεν την άφησαν να ολοκληρώσει τη φράση της. Βρέθηκε υψωμένη στην αγκαλιά του να στριφογυρνά. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Θεέ μου! Το όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Κοίταξε ψηλά. Αύριο ήταν η γιορτή του Αγίου Γερασίμου. Η Κεφαλονιά όλη θα γιόρταζε. Ο Γρηγόρης του είχε μιλήσει για το έθιμο αυτό, για την συγκέντρωση του κόσμου με την μορφή της πομπής ως την εκκλησία. Όφειλε να τον ευχαριστήσει. Εκείνον και την Μητέρα των Πάντων για το πιο πολύτιμο δώρο της ζωής του.
«Είμαι ευτυχισμένος» έκλαψε. Η συνειδητοποίηση τον φόβιζε.
«Είμαι και εγώ ευτυχισμένη» τον φίλησε η Χέλγκα. Ήταν ο άνδρας της ζωή της από την πρώτη ημέρα που αντάμωσαν, στο τώρα και στο πάντα. Τα εβένινα μάτια της κοίταξαν ολόγυρα και έκλεισαν για δευτερόλεπτα. Μονάχα όμορφες εικόνες έφταναν στο μυαλό της, όπως εκείνη του Άλεξ που όλη μέρα βρισκόταν στη θάλασσα, κολυμπώντας μαζί με τα αγόρια, του Ντίμα και της Όλγας. Η Κρίστα ήταν φοβισμένη απέναντι στη θάλασσα, το ίδιο και η Άννα. Ο Μαρτσέλο με το ηλιοκαμένο κορμί, συνόδευε πάντα τον κοκκινομάλλη Ρώσο, ενώ ο Χανς χανόταν στα καφενεία, δείχνοντας το σημάδι της ντροπής και παλεύοντας να αφηγηθεί την ιστορία του.
Η σημερινή μέρα ωστόσο ήταν ένα δώρο. Ένα δώρο που είχε συμπέσει με την γιορτή του Αγίου Γερασίμου και της Παναγίας. ΄Ηταν έθιμο να επισκέπτονται από όλο το νησί, την εκκλησία που βρισκόταν στο λεκανοπέδιο των Ομαλών. Ο ήλιος είχε κρυφτεί ανάμεσα από τις ελιές και όλη η παρέα είχε συγκεντρωθεί, ώστε να ακολουθήσει το κομβόι των πιστών.
«Θα έρθετε και εσείς;» ρώτησε ο Πέτρος τους δύο Εβραίους. Ο Χανς χαμογέλασε γλυκόπικρα.
«Αν κάτι με δίδαξε ο πόλεμος, είναι πως στις δύσκολες στιγμές, η ψυχή απλώς αναζητά την ευκαιρία για να κοιτάξει ψηλά. Λίγη σημασία έχει πια το πρόσωπο του Θεού. Οι παρακλήσεις ίδιες ήταν, οι ευχές και οι κατάρες το ίδιο. Με χαρά θα σας ακολουθήσουμε. Πού ξέρεις; Ίσως ο Άγιος Γεράσιμος να είναι τελικά θαυματουργός»
Οι άνθρωποι ίδιοι ήταν στο βάθος τους. Ίδιες ρίζες, ίδιοι οι φόβοι. Ίσοι μπροστά στις ανώτερες δυνάμεις. Τι τελικά τους χώριζε; Ίσως η κάλπικη ανάγκη να υπερβούν τα ανθρώπινα, να απομακρυνθούν από όλα εκείνα που τους καθιστούσαν αυτό ακριβώς που ήταν. Ο πιστοί ακολουθούσαν ακόμη και διαδρομές δύσβατες, έχοντας φορτώσει στα κάρα τους ηλικιωμένους και τα μικρά παιδιά. Υπήρχε μία κατάνυξη σε όλη τη διάρκεια της πορείας, αφού ο καθένας ερχόταν αντιμέτωπος με τις δικές του προσωπικές σκέψεις. Έχοντας αφήσει πίσω τους μαύρα χρόνια, με σιγουριά οι σκέψεις θα ήταν πολλές. Όλο το βράδυ βάδιζαν, μέχρι που το αμυδρό λυκόφως του ξημερώματος, έκανε τη δειλή του εμφάνιση από την πεδιάδα του Αγίου. Το τοπίο από μακριά έκρυβε μία δόση μαγείας. Τα κυανά μάτια του Όττο χόρταιναν ομορφιά και γαλήνη. Πίσω του ο Άλεξ έσφιγγε τρυφερά το χέρι της Όλγας. Ως και ο Τόμας που προπορευόταν μπροστά από όλους, είχε σταματήσει για να θαυμάσει το ελληνικό τοπίο. Τα καταπράσινα αμπέλια της ρομπόλας, καλλιεργημένα με μεράκι, ξεχύνονταν σαν πίνακας από τις δύο πλευρές του δρόμου. Από αυτά τα κλήματα, δημιουργούνταν και το φημισμένο Κεφαλλονίτικο κρασί Ρομπόλα. Τα γέρικα μεγάλα πλατάνια, έκαναν την εμφάνισή τους και ο Γρηγόρης στάθηκε μπροστά από τον χοντρό κορμό τους, χαϊδεύοντάς τον απαλά.
«Όλοι μας τα αγαπούμε πολύ. Οι πιο παλαιοί πιστεύουν πως τα φύτεψε ο ίδιος ο Άγιος» ο Χανς τον κοίταξε.
«Μακάρι να φυτέψει και την αγάπη στον κόσμο...» του ψιθύρισε.
«Αμήν φίλε μου...»
Βουνά τριγύρω, στη μέση η εύφορη πεδιάδα και ο ήλιος να σκαρφαλώνει ολοένα και ψηλότερα, ευωδίες από αγριόχορτα, τα οποία τίναζαν τις λεπτές δροσοσταλίδες τους, γέμιζαν την ατμόσφαιρα γύρω τους. Άνθρωποι κάθε είδους, από τσοπάνηδες με τις γλίτσες τους, παιδιά, ηλιοκαμένους γεωργούς, είχαν μαζευτεί για να τιμήσουν την μέρα. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, μαζί και οι καρδιές όλων. Μία μεγάλη σειρά ανθρώπων κάθε ηλικίας ξάπλωναν στο δρόμο για να περάσει ο Άγιος από επάνω τους. Από το μεγάλο πορτόνι του καμπαναριού, ξεπρόβαλε η πομπή της λιτανείας. Τα δύο αγοράκια, τον Όττο και τον Άλμπρεχτ, τα είχε πάει από πιο νωρίς η μητέρα του Γρηγόρη στην εκκλησία, ώστε να τα ντύσουν στα λευκά με άμφια για να συμμετέχουν στη γιορτή, για να τους υφάνουν όμορφες αναμνήσεις. Στη θέα τους η Κρίστα και η Άννα έκλαιγαν. Πόσο είχαν μεγαλώσει και τι υπέροχοι μικροί κύριοι είχαν γίνει, οι οποίοι τώρα με καμάρι βαστούσαν τα εξαπτέρυγα. Το αργυρό χρώμα της εικόνας του Αγίου Γερασίμου, αντανακλούσε στον ήλιο και στις καρδιές όλων. Σαν βρέθηκε ο Όττο μέσα στην εκκλησία μαζί με τη Χέλγκα πήραν από ένα κεράκι. Οι υπόλοιποι της παρέας τους μιμήθηκαν. Ο Αλεξέι είχε πολλά να ανάψει, ένα για κάθε μέλος της οικογένειας.Η μνήμη όλων ταξίδεψε σε εκείνους που ακολούθησαν το δικό τους μονοπάτι...
Ο Κερτ τοποθετούσε και το τελευταίο ρούχο σε μία μικρή βαλίτσα. Τρία μάλλινα πουλόβερ του είχαν απομείνει. Ο Κονσταντίν τον καρτερούσε για να μετακινηθούν με τρένο στα ανατολικά. Παρά το γεγονός πως οι δυο τους δεν γνωρίζονταν καιρό, ο νεαρός Ρώσος τον είχε συμπαθήσει πολύ. Συχνά του μιλούσε για τις ξύλινες κατασκευές και τα βράδια ο Κερτ τον χάζευε να λαξεύει φιγούρες στο ξύλο. Υπήρχε μία μελαγχολία μέσα του. Τι ήλπιζε να βρει στα ανατολικά, ούτε και ο ίδιος δεν ήξερε. Όταν φορτώθηκε στο τρένο, κάθισε δίπλα στον Κονσταντίν. ΄Ώρες αργότερα εκείνο έκανε μία στάση. Το σκηνικό κάτι του θύμισε από τα παλαιά όταν μία κοπέλα ανέβηκε βαστώντας ένα κοριτσάκι. Τα μάτια του Κερτ καρφώθηκαν ευθύς επάνω της, το ίδιο και τα δικά της. Θεέ μου, τα ίδια μάτια κάποτε τον είχαν μαγέψει και τα ίδια είχαν στην αρχή προσπαθήσει να του αρπάξουν τη ζωή. Τώρα τον κοιτούσαν βουρκωμένα από συγκίνηση. Η Άζια έτρεξε και τον αγκάλιασε σφιχτά κλαίγοντας γοερά.
«Σε βρήκα....Να ναι καλά ο Θεός που εισάκουσε τις προσευχές μου. Δεν ήξερα τι να κάνω...Πού να σε ψάξω»
«Ησύχασε. Είμαι εδώ τώρα» πρόφερε τρέμοντας όταν τα μάτια του έπεσαν στο κορίτσι που ίσα περπατούσε. Τόσο μικρό ήταν «Απέκτησες κόρη;» ρώτησε φοβισμένος και εκείνη δάκρυσε.
«Με έναν άνδρα στη ζωή μου έκανα έρωτα, με εκείνον την απέκτησα. Κοίταξέ την. Σου μοιάζει τόσο πολύ» Ο Κερτ γονάτισε και ο Κονσταντίν τινάχτηκε για να τον κρατήσει. Με θέρμη χαιρέτησε την Άζια και ευθύς έδωσε στη μικρούλα μία πολύχρωμη ξύλινη φιγούρα, απασχολώντας την ελάχιστα από τα φιλιά του πατέρα της.
«Η συγκίνηση ενός πατέρα απέναντι στην κόρη του είναι τεράστια» σκούντησε την Άζια. Η οικογένεια αγκαλιάστηκε «Το μέρος που μένω βρίσκεται στην εξοχή μακριά από τον Στάλιν. Τα πράγματα εκεί ήταν πάντοτε ήρεμα. Ελάτε μαζί μου. Είχα ένα μαγαζάκι που πουλούσε τις ξύλινες κατασκευές μου. Θα χαρώ να το ανοίξουμε ξανά όλοι μαζί και η μικρή θα έχει πολλά παιχνίδια» Ο Κερτ τον αγκάλιασε σφιχτά.
«Ευχαριστώ σύντροφε» τον πείραξε και τα γέλια αφέθηκαν να τα παρασύρει ο άνεμος, όπως τα σχεδόν εβένινα μαλλιά του Μπάλντερ. Είχε και εκείνος βρει τη δική του ευτυχία, ανάμεσα στην οικογένεια που ονειρευόταν. Τον Όττο τον σκεφτόταν συχνά και σαν ενώθηκαν οι σκέψεις τους, ο Άγιος Γεράσιμος τις μετέφερε μέσω της φύσης κάνοντας τη φλογίτσα του κεριού του Όττο να τρεμοπαίξει.
Το κερί εκείνο αντιστοιχούσε στον Μπάλντερ. Συχνά σκεφτόταν τους λόγους που ποτέ δεν κατόρθωσαν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο. Όπως και να είχε, ήταν το σχοινί ανάμεσα σε εκείνον και τη γενναία ψυχούλα του Στάινερ. Ενός από τους εκατομμύρια άγνωστους ήρωες του απάνθρωπου πολέμου. Τα τελευταία κεράκια, αντιστοιχούσαν στις αδερφές του πατέρα του, τις οποίες αναζήτησε μα ποτέ δεν κατόρθωσε να εντοπίσει, γιατί πολύ απλά δεν τα είχαν καταφέρει. Μήτε το μαγαζί τους έμεινε όρθιο. Διαλύθηκε από τους βομβαρδισμούς.Το χέρι του ακούμπησε στην κοιλιά της Χέλγκα. Με συγκίνηση το ανακοίνωσαν στην παρέα και ο Γρηγόρης ευχόταν να μπορούσε να γίνει ο νονός. Όμως σε λίγες μέρες θα έφευγαν για την μακρινή γη πέρα από τον Ατλαντικό γυρνώντας σελίδα, αλλάζοντας ταυτότητα ίσως. Στην ουσία, ίδιοι θα παρέμεναν, οι αναμνήσεις τους ανήκαν, οι μελλοντικές γενιές θα αδημονούσαν για να μάθουν ένα κομμάτι της αλήθειας τους. Οι αγκαλιές ενώθηκαν, κάτω από την ευλογία του Άγιου, μέσα σε ένα ταπεινό ελληνικό εκκλησάκι.
΄΄Της Πελοπονήσσου θείος Βλαστός και Κεφαλληνίας ο πολύτιμος θησαυρός και πάσης Ελλάδος το καύχημα το μέγα. Γεράσιμε θεόφρων σκέπε τους δούλους Σου. Αμήν...΄΄
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Βερολίνο, 2020
Νοητά είδε το βιβλίο της ιστορίας να κλείνει. Ο κύριος Σμιθ έμοιαζε να φιλά την τελευταία του ανάσα γι' αυτήν ακριβώς την αφήγηση. Η Χέλγκα του βαστούσε το χέρι με δάκρυα να κυλούν στα μάτια της. Ξαφνικά ένιωθε σαν να είχε προσθέσει εκατό χρόνια σοφίας στην καρδιά της. Το μικρό αυτό διαμέρισμα είχε αποκτήσει άξαφνα ανυπολόγιστη αξία, σαν ένα καταφύγιο πολύτιμων θησαυρών. Το κάδρο με τη βαρκούλα, βρισκόταν στα κατοπόδαρα του κρεβατιού. Ο Κλέβεν ανάπνεε με δυσκολία. Η πόρτα χτύπησε και η κυρία Χόφμαν προσπάθησε να κρύψει εντέχνως την ταραχή της. Τα μάτια του ηλικιωμένου είχαν προσωρινά κλείσει, έμοιαζε σαν να κοιμάται. Εκείνη έκανε σήμα στην νεαρή να την ακολουθήσει για λίγο έξω.
«Δεν είναι καλά. Να φωνάξουμε κάποιον γιατρό, να τον πάμε σε κάποιο νοσοκομείο;» ρώτησε η μικρή με αγωνία.
«Όχι. Η δική του επιθυμία ήταν να φύγει ανάμεσα στα αγαπημένα του πρόσωπα. Κάλεσα όσα από τα μέλη της οικογένειας μπορούσα. Ευτυχώς οι δύο κόρες του, ο ένας του εγγονός και ο δισέγγονός του που είναι περίπου στην ηλικία σου, ήταν εδώ και βρίσκονται καθοδόν»
Χαμένη άξαφνα στην απόγνωσή της επέστρεψε στο δωμάτιο. Ο κύριος Σμιθ είχε εκ νέου ανοίξει τα μάτια του και την κοιτούσε χαμογελώντας αμυδρά.
«Σε ευχαριστώ που έμεινες» της είπε.
«Δεν μπορούσα να αποχωρήσω. Μετά από όλα αυτά, νιώθω και εγώ σαν ένα κομμάτι της οικογένειάς σας. Με συγχωρείτε για το θάρρος»
«Καθόλου. Είσαι σαν εγγονή μου ή δισέγγονη» της χαμογέλασε, όταν άκουσαν την πόρτα να ανοίγει και φωνές να ξεχύνονται ανήσυχα στο σπίτι.
«Μπαμπά; Είσαι καλά;» μία κυρία εξίσου μεγάλη σε ηλικία εισήλθε και πίσω της ακολούθησε η αδερφή της. Ήταν ολόιδιες. Συγκινημένες τον αγκάλιασαν, για να πεταχτεί και ο εγγονός του με τον γιο του και δισέγγονο του Κλέβεν.
«Πώς κάνετε έτσι;» τους πείραξε «Η ζωή μου φέρθηκε γενναιόδωρα, ίσως περισσότερο από όσο άξιζα»
«Πατέρα άρχισες πάλι τις ανοησίες;» τον μάλωσε η μία του κόρη.
«Είστε..δίδυμες;» ρώτησε η Χέλγκα μαζεμένα.
«Ναι!» απάντησαν ταυτόχρονα.
«Εγώ είμαι η Ίνγκριντ και εκείνη η αδερφή μου η Άνκε και ο γιος της ο Έριχ. Οι γονείς μας, μας έδωσαν ονόματα που άρεσαν στους ίδιους. Ο δισέγγονος ωστόσο δεν την γλύτωσε. Τον ονομάσαμε Όττο γιατί του έμοιαζε πολύ» έδειξε τον πατέρα της και η Χέλγκα γούρλωσε τα μάτια της.
«Όττο Σβάιγκερ...Εσύ ήσουν λοιπόν...»
«Βαθιά μέσα σου το ήξερες» της χαμογέλασε εκείνος και την είδε να συγκινείται περισσότερο.
«Η...γυναίκα σου; Η συνονόματή μου;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε.
«Έφυγε πριν από δέκα χρόνια, από γηρατειά.Όλη η παρέα μου έχει βρεθεί στον δικό της Παράδεισο εκτός από τον Χανς. Εκείνος με καρτερά να φύγουμε μαζί. Ήταν ο κύριος που είδες τις προάλλες» έβηξε μερικές φορές και της έδωσε το χέρι του «Από εμένα έφυγες γεμάτη ελπίζω. Να επιστρέψεις πίσω στα καθήκοντά σου και να με παινέψεις όσο μπορείς» της χαμογέλασε «Δεν κατόρθωσα ποτέ να γράψω την ιστορία μου. Φώναζα πάντοτε στον δικό μου συνονόματο, αλλά βαριόταν. Μου έλεγε ώχου παππού, αργότερα. Να που ο χρόνος μου έληξε»
Ο νεαρός με το ίδιο όνομα, είχε και την ίδια σχεδόν εμφάνιση με εκείνον σαν ήταν στην ηλικία του. Ένα όμορφο, ξανθό, νεαρό αγόρι, με κυανά μάτια, ψηλό και γεροδεμένο που τώρα ατένιζε την Χέλγκα του με θλίψη. Την έβλεπε να καταρρέει και θαύμαζε το πόσο πολύ μία άγνωστη φοιτήτρια, είχε αγαπήσει τον προ-παππού του.
«Μπαμπά, έχεις χρόνο ακόμη» ψέλλισε η Άνκε.
«Όχι. Ο Χανς με περιμένει ήδη, τον νιώθω. Με καρτερά στις πύλες της άλλης πλευράς και εγώ ποτέ δεν τον άφησα να περιμένει. Εμάς κανείς δεν μας χώρισε, σε καμία συνθήκη» ψιθύρισε και κάτω από το μαξιλάρι του, με κόπο τράβηξε εκείνα τα σκισμένα παπούτσια, το πρώτο του δώρο και τα έδωσε στον δισέγγονό του «Θέλω να τα κρατήσεις» τον κοίταξε με νόημα, καθώς τον είδε πως με τρόπο είχε συρθεί δίπλα στην νεαρή Χέλγκα για παρηγοριά «Μπορεί να μην αντιλαμβάνεσαι τη σημασία τους ακόμη, μα θα την καταλάβεις στο μέλλον. Αυτά και από το πρώτο συρτάρι εδώ μπροστά, θέλω να πάρεις το δαχτυλίδι που έδωσα κάποτε στην προ-γιαγιά σου» κοίταξε τις κόρες του και τον εγγονό του «Συγχωρέστε με για την επιλογή. Όλους σας αγαπώ το ίδιο. Έχω όμως τον λόγο μου γι'αυτήν την απόφαση. Θα σας τον πω μία μέρα όταν ιδωθούμε ξανά. Κάπου με ένα καΐκι και λίγη θάλασσα. Μην βιαστείτε όμως πολύ. Γράψτε τη δική σας ιστορία, έχετε πολύ χρόνο»
Το κεφάλι του σαν ολοκλήρωσε και την τελευταία του κουβέντα, έγειρε στο πλάι. Τα μάτια του αργά σφάλισαν για πάντα, τη στιγμή που ο δισέγγονός του άνοιγε το παλαιό βελούδινο κουτάκι με το κόσμημα. Εκείνα τα θολά κυανά μάτια που είχαν δει εικόνες ασύλληπτες, ανεπανάληπτες, έβρισκαν πλέον την ειρήνη. Το τηλέφωνο χτύπησε και η Ίνγκριντ το σήκωσε παλεύοντας να καταπνίξει τους λυγμούς της. Για λίγο σώπασε και κοίταξε ολόγυρα τους υπόλοιπους. Την ενημέρωσαν πως ο Χανς, είχε φύγει μόλις και εκείνος. Άπαντες άφησαν ελεύθερα τα δάκρυά τους να σκορπίσουν. Η νεαρή Χέλγκα αισθανόταν ντροπή που βρισκόταν ανάμεσα στην στενή οικογένεια μία δύσκολη για εκείνους στιγμή.
Τρέμοντας κατευθύνθηκε προς το σαλόνι, όταν είδε τον Όττο βουρκωμένο να την σταματά.
«Περίμενε!» της φώναξε «Δεν χρειάζεται να φύγεις, μη νιώθεις άσχημα. Ο παππούς σε αγαπούσε πολύ, ίσως γιατί εκτός από καλός άνθρωπος, θύμιζες εκείνη, την γιαγιά ή προ-γιαγιά μου, τη Χέλγκα. Θέλεις να πάμε απέναντι να πάρουμε έναν χυμό έστω; Να ρωτήσουμε και τους υπόλοιπους αν χρειάζονται κάτι;»
Η Χέλγκα ένευσε θετικά και έπειτα από πέντε λεπτά, εκείνη και ο Όττο βγήκαν στους δρόμους. Το ρολόι της ιστορίας έδειχνε δέκα Νοεμβρίου 2020. Μονάχα που σε αυτήν την ιστορία υπήρχε ειρήνη και οι δυο τους, που από την πρώτη στιγμή ένιωσαν ένα δέσιμο, μπορούσαν πλέον ελεύθεροι να την ζήσουν, χάρη σε ανθρώπους σαν τον Όττο Σβάιγκερ και χιλιάδες αγωνιστές από κάθε μεριά της γης, που ηρωικά και ανώνυμα έδωσαν το πολύτιμο δώρο της ζωής τους, για να μπορούν στο σήμερα εκείνοι οι δύο να απολαμβάνουν το στιγμιαίο βλέμμα της έλξης δίχως ενοχές.
Σε όλους εκείνους, τους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες κάθε ηλικίας, φυλής και χρώματος, στο τώρα και στο πάντα, χρωστούσαν ένα ευχαριστώ και μία υπόσχεση, ποτέ ξανά.
Δεν μπορώ να προσδιορίσω τα συναισθήματά μου. Έκλαψα κάπου στο τέλος εν μέρει γιατί αποχωρίστηκα τους ήρωες και έπρεπε να πω ΄΄αντίο΄΄, εν μέρει γιατί συγκινήθηκα με το κλείσμο. Θα βρίσκονται μαζι μου για καιρό ακόμη. Τόσα χρόνια περάσαμε μαζί και σαν χθες θυμάμαι το πρώτο ιστορικό βιβλίο που διάβασα πνιγμένη στο άγχος για το τι θα έπρεπε να γράψω ή απο πού να ξεκινήσω. Η δουλειά ήταν πολλή, όπως και τα έργα που είδα για να μπορέσω να αποδώσω σωστά τον χαρακτήρα του Χίτλερ ας πούμε στο πρώτο βιβλίο. Μαζί με τους ήρωες ένιωσα και εγώ πως έζησα τα γεγονότα, τα οποία με συγκλόνισαν πολλές φορές. Ευχαριστώ ειλικρινά όλους όσους με στήριξαν. Για εκείνους βέβαια πο δεν μπήκαν στον κόπο να μου αφήσουν αστεράκι, τους ευχαριστώ και πάλι, εκφράζοντας ωστόσο το παράπονο πως ο κόπος αυτός που έκανα για να τους χαρίσω ένα τέτοιο βιβλίο, άξιζε τουλάχιστον έναν δευτερόλεπτο χρόνου. Δεν πειράζει όμως... Τώρα που πλέον φτάσαμε όντως στο τέλος κάθε σκέψη σας και κάθε σχόλιο καλοδεχούμενο. Ευχομαι να το αγαπήσατε αυτό το έργο και τους ήρωές του..εμείς θα τα λέμε είτε σε ένα ακόμη ιστορικό στο μέλλον, είτε σε κάποιο άλλο βιβλίο!
Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top