Η πρώτη μας φορά ...
Είμαστε δύο εβδομάδες μετά τη νύχτα της πρώτης συνάντησης του Βίκου και της Θαλασσινής. Αυτοί είναι και επίσημα πλέον ζευγάρι, αλλά δεν έχουν μείνει ακόμα μόνοι τους σε ένα πιο ιδιωτικό μέρος. Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Η Θαλασσινή διστάζει να κάνει αυτό το σημαντικό βήμα από φόβο μήπως ντροπιάσει τον εαυτό της γιατί είναι ακόμα παρθένα και δεν έχει ιδέα από τέτοια πράγματα.
Αυτή ξέρει ότι ο Βίκος δεν θα έχει πρόβλημα με αυτό, αλλά ακόμα κι έτσι, αυτή ντρέπεται. Στην προσπάθεια της να βρει μια λύση, αυτή αποφασίζει να μιλήσει με τον αδερφό της τον Τζάκο, ο οποίος αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα και έχει μεγάλη εμπειρία σ' αυτόν τον τομέα.
Στην πραγματικότητα όμως, αυτή θα προτιμούσε να κάνει αυτή τη συζήτηση με τον άλλο αδερφό της, τον Αλέξανδρο, ο οποίος είναι πιο λογικός από τον Τζάκο, αλλά είναι ομοφυλόφιλος και δεν έχει ιδέα για τις γυναίκες με αυτή την έννοια.
~ EXECUTIVE KING ΣΟΥΙΤΑ ~ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΧΙΛΤΟΝ ~ ΑΘΗΝΑ ~
Ο Τζάκος είναι ξαπλωμένος στον καναπέ και παρακολουθεί τηλεόραση, έχοντας ένα χαριτωμένο ύφος βαρεμάρας στο όμορφο πρόσωπο του, όταν η Θαλασσινή μπαίνει στο δωμάτιο και κάθεται δίπλα του.
«Γεια σου, Ομορφόπαιδο»
«Τι κάνεις, Ομορφιά μου;»
«Καλά είμαι. Τι βλέπεις;»
«Δεν θα το πιστέψεις, αλλά βλέπω ένα ντοκιμαντέρ για το πως ζευγαρώνουν οι λεμούριοι»
Η Θαλασσινή ξεσπάει σε γέλια.
«Είναι ενδιαφέρον;»
«Κοίταξε το πρόσωπό μου. Τι βλέπεις;»
«Ότι βαριέσαι του θανατά»
«Ακριβώς! Αυτά τα πλάσματα είναι πραγματικά χαριτωμένα, αλλά η σεξουαλική τους ζωή είναι χάλια»
Η Θαλασσινή γελάει ακόμα πιο δυνατά.
«Τι να σου κάνω, αδερφούλη. Δεν έχουν όλοι την ίδια πολυποίκιλη σεξουαλική ζωή σαν την δική σου»
«Αυτό ξαναπές το!»
«Θα το ξαναπώ, γιατί αυτό ακριβώς χρειάζομαι από σένα»
Ο Τζάκος κοιτάζει την αδερφή του κάπως τρομαγμένος, για να μην πω τρομοκρατημένος.
«Θαλασσινή, εγώ ... Είσαι υπέροχη, αλλά εγώ ... Ξέρω ότι δεν είμαι πραγματικός αδερφός σου, αλλά δεν μπορώ ... Δηλαδή, μεγαλώσαμε μαζί, δεν θα μπορούσα ποτέ να σε ... ξέρεις!»
«Τι; Που πήγε το μυαλό σου, ρε διεστραμμένε; Μπλιαχ! Δεν εννοώ αυτό. Δεν θέλω να κάνω σεξ μαζί σου. Για όνομα του Θεού!»
Ο Τζάκος εκπνέει ανακουφισμένος.
«Δόξα τω Θεώ!»
«Αλήθεια, Τζάκο, πώς μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο;»
«Ξέρεις, μωρέ. Είσαι γυναίκα και εγώ είμαι εγώ, οπότε ...»
Η Θαλασσινή γυρίζει τα μάτια της.
«Κατέβα λίγο απ' το καλάμι σου και προσπάθησε να φερθείς σοβαρά για μια φορά στη ζωή σου. Θέλω τη γνώμη σου για κάτι»
«Εντάξει, θα προσπαθήσω, αλλά γιατί δεν μιλάς με τον Αλέκο; Είναι πολύ καλύτερος από μένα όταν πρόκειται για σοβαρές συζητήσεις»
«Το ξέρω, αλλά αυτό που θέλω να μάθω σχετίζεται με κάτι για το οποίο ο Αλέκος δεν γνωρίζει τίποτα, ενώ εσύ είσαι ειδικός»
«Τώρα είμαι πραγματικά περίεργος. Περί τίνος πρόκειται;»
«Πώς νιώθει ένας έμπειρος άνδρας όταν κάνει σεξ με μια παρθένα γυναίκα; Υπάρχει πιθανότητα να ... Πως το λένε; Να ξενερώσει με την απειρία της γυναίκας;»
«Γιατί θέλεις να μάθεις κάτι τέτοιο;»
«Δεν θέλω να μάθω εγώ. Μια φίλη μου έχει αυτό το πρόβλημα και μου ζήτησε συμβουλές και της είπα ότι θα ρωτήσω τον αδερφό μου»
«Ποια είναι αυτή η φίλη σου; Την ξέρω;»
«Όχι. Είναι καινούργια. Την γνώρισα στο γυμναστήριο»
«Μάλιστα»
«Θα μου πεις;»
«Κοίτα, αν ο άντρας αγαπάει τη γυναίκα, δεν υπάρχει απολύτως κανένα πρόβλημα. Ακριβώς το αντίθετο. Εμείς οι άντρες λατρεύουμε να αγγίζουμε πράγματα που κανείς άλλος δεν έχει αγγίξει ποτέ. Πώς να στο εξηγήσω για να το καταλάβεις καλύτερα; Πες ότι το γυναικείο σώμα είναι μια απάτητη περιοχή που περιμένει να κατακτηθεί, και επειδή εμείς οι άντρες από φύση μας είμαστε κατακτητές, μας αρέσει να καρφώνουμε πρώτοι τη σημαία»
«Εντάξει. Το καταλαβαίνω, αλλά όταν η γυναίκα δεν ξέρει τίποτα, δεν είναι βαρετό ή κάτι τέτοιο; Για τον άντρα, εννοώ»
«Βαρετό; Όχι. Όχι. Τίποτα τέτοιο. Αν η γυναίκα είναι πρόθυμη να μάθει, ο άντρας θα ενθουσιαστεί να τη διδάξει και να την καθοδηγήσει»
«Και τι γίνεται αν είναι ντροπαλή και λίγο αμήχανη;»
«Στο σεξ, Ομορφιά μου, δεν υπάρχει ντροπή, αλλά αν η γυναίκα είναι από τη φύση της ντροπαλή, δουλειά του άντρα είναι να την κάνει να νιώσει άνετα και να ξεχάσει τη ντροπή της»
Η Θαλασσινή αγκαλιάζει τον αδερφό της και του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο.
«Ευχαριστώ, Τζάκο. Με βοήθησες πολύ ... Εεεε ... Την φίλη μου, εννοώ. Βοήθησες πολύ την φίλη μου»
«Είμαι πάντα εδώ για σένα, Ομορφιά μου ... Εεεε ... Για την φίλη σου, εννοώ»
Η Θαλασσινή σηκώνεται.
«Πάω να της τηλεφωνήσω αμέσως»
«Θαλασσινή, περίμενε!»
«Τι είναι;»
«Πες στη φίλη σου να μην κάνει τίποτα εκτός κι αν το θέλει πραγματικά. Αν ο άντρας που διάλεξε είναι άξιος της αγάπης της, θα περιμένει»
«Μην ανησυχείς γι' αυτό, Ομορφόπαιδο. Αυτή ξέρει πολύ καλά τι θέλει. Γειά σου!»
«Γεια σου, Ομορφιά μου»
Η Θαλασσινή φεύγει από το δωμάτιο και ο Τζάκος σηκώνει το τηλέφωνο και τηλεφωνεί στο σπίτι του Οδυσσέα, του συντρόφου του Αλέξανδρου, ο οποίος απαντάει σχεδόν αμέσως.
«Εμπρός;»
«Κόκκινος συναγερμός, Αλέκο! Κόκκινος συναγερμός!»
Ο Τζάκος ουρλιάζει στο τηλέφωνο, κάτι που φυσικά τρομοκρατεί τον Αλέξανδρο.
«Τι έγινε;»
«Η Θαλασσινή έχει γκόμενο!»
«Γαμημένε μαλάκα! Αυτό είναι όλο; Με κατατρόμαξες γιατί η Θαλασσινή έχει γκόμενο; Έχεις ξεφύγει εντελώς; Νόμιζα ότι πεθαίνεις ή κάτι τέτοιο! Πανίβλακα!»
«Συγγνώμη, αλλά μου λες ότι αυτό δεν είναι σοβαρό;»
«Εννοείται ότι δεν είναι σοβαρό. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι απολύτως φυσιολογικό»
«Μα αυτή θα κάνει σεξ μαζί του»
«Και λοιπόν;»
«Και λοιπόν; Αυτό είναι το μόνο που έχεις να πεις;»
«Τι άλλο πρέπει να πω δηλαδή;»
«Τι σόι αδερφός είσαι εσύ, ρε; Δεν σε νοιάζει τι κάνει η μικρή μας αδερφή και με ποιον;»
«Φυσικά και με νοιάζει, Τζάκο, αλλά εμπιστεύομαι την Θαλασσινή. Αν αυτή αποφάσισε να το κάνει αυτό, είμαι σίγουρος ότι το έχει σκεφτεί πολύ καλά και ότι ο άντρας που επέλεξε είναι υπέροχος και άξιος»
«Μα είναι τόσο μικρή, τόσο εύθραυστη. Είναι η μικρή μας αδερφή, ρε Αλέκο, η μικρή μας Θαλασσινή, θυμάσαι; Τη θυμάμαι σαν χθες να τρυπώνει στο κρεβάτι μου το βράδυ γιατί φοβόταν τις βροντές όταν έβρεχε»
«Κι εγώ τη θυμάμαι να τρυπώνει στο δικό μου κρεβάτι γιατί φοβόταν τις σκιές των δέντρων στο παράθυρο όταν φύσαγε, αλλά ήταν πέντε χρονών, Τζάκο. Τώρα είναι είκοσι τρία και χρειάζεται εμπειρίες. Δεν έχει ανάγκη πιά τους μεγάλους της αδερφούς»
«Δεν μ' αρέσει αυτό»
«Ούτε και μένα, αλλά έτσι είναι η ζωή. Εσύ πρέπει να συμβιβαστείς, όπως έκανα κι εγώ»
«Σκατά!»
Εκείνη τη στιγμή, ο Οδυσσέας παίρνει το τηλέφωνο.
«Γεια σου, Διεστραμμένε»
«Γεια σου, Αγαπούλη μου»
«Πάρε τον κώλο σου και έλα σπίτι μου»
«Θα με παρηγορήσεις;»
«Αμέ»
«Με χάδια και αγκαλίτσες;»
«Μπορείς να το πεις κι έτσι. Το σίγουρο είναι ότι θα χρησιμοποιήσω τα χέρια μου»
«Ξέρεις πώς να μ' ανάβεις, Αγαπούλη μου. Σε είκοσι λεπτά θα είμαι εκεί»
Τις επόμενες μέρες, η Θαλασσινή πήρε την απόφαση να συστήσει τον Βίκο στ' αδέρφια της και παρά τον φόβο της ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά, η γνωριμία στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Ο Τζάκος, ο Αλέξανδρος και ο Οδυσσέας συμπάθησαν πολύ τον Βίκο, και αυτός ενθουσιάστηκε μαζί τους. Έγιναν αμέσως φίλοι και, για την Θαλασσινή, αυτό ήταν ακόμα ένα σημάδι, το τελευταίο κομμάτι του παζλ, ότι ο Βίκος ήταν πραγματικά ο ένας και μοναδικός άντρας της ζωής της, οπότε τελικά αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα.
Κανόνισε να επισκεφτεί το σπίτι του Βίκου και να περάσει τη νύχτα εκεί. Φυσικά, δυσκολεύτηκε να πείσει τον Τζάκο γι' αυτό, αλλά με τη βοήθεια και την υποστήριξη του Αλέξανδρου και του Οδυσσέα, τελικά τα κατάφερε. Όχι ότι θα μπορούσε κανείς να την σταματήσει. Ήταν αποφασισμένη.
Αλλά έχουμε μιλήσει αρκετά για την Θαλασσινή, έτσι δεν είναι; Καιρός να δούμε και τι συμβαίνει με τον Βίκο. Τι σκέφτεται αυτός; Πώς ακριβώς νιώθει; Είναι τόσο ενθουσιασμένος όσο εκείνη;
~ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΒΙΚΟΥ ~ ΨΥΧΙΚΟ ~
Αυτός κάθεται στον καναπέ του, στα όρια του πανικού. Σε λιγότερο από τρεις ώρες, η Θαλασσινή θα είναι εκεί, στο σπίτι του, για πρώτη φορά, και το πιο σημαντικό, θα περάσει ολόκληρη την νύχτα μαζί του. Αυτός δεν πίστευε ποτέ ότι θα βρισκόταν σ' αυτή την κατάσταση.
Όλα τα χρόνια, καμία απ' όλες τις γυναίκες που πέρασαν απ' τη ζωή και το κρεβάτι του δεν κατάφερε να τον κάνει να αισθανθεί έτσι. Τόσες γυναίκες και όμως καμία δεν ήταν σαν αυτήν. Την Θαλασσινή, την γλυκιά Θαλασσινή του. Αυτή είναι τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά, τόσο αγνή. Τόσο αγνή που καταντάει πρόβλημα για τον Βίκο.
Όλες οι γυναίκες που έχει γνωρίσει μέχρι τώρα ήταν έμπειρες και ο Βίκος ήξερε πολύ καλά πώς να τις χειριστεί, αλλά εκείνη είναι διαφορετική και αυτός δεν έχει ιδέα τι να κάνει. Όσο καιρό είναι μαζί, Αυτός τη σεβάστηκε απόλυτα. Πολλά φιλιά και κάποιες επιφανειακές εκδηλώσεις στοργής, τίποτε άλλο. Δεν την πίεσε ποτέ για κάτι παραπάνω. Αν και το γεγονός ότι είναι ακόμα παρθένα τον αναστατώνει τόσο πολύ.
Πολλές φορές, χρειάστηκε να παλέψει με τον εαυτό του για να καταπνίξει την επιθυμία να την βάλει κάτω και να την κάνει δική του, αλλά ποτέ δεν θα το έκανε αυτό. Όχι σ' αυτήν. Δεν θα μπορούσε να συγχωρήσει τον εαυτό του μετά από κάτι τέτοιο.
Τώρα όμως ήρθε επιτέλους η πολυπόθητη ώρα, αλλά αυτός δεν έχει ιδέα τι να κάνει. Όχι με το πρακτικό κομμάτι. Αυτός έχει τις απαραίτητες γνώσεις να το κάνει. Το πρόβλημά του είναι η αρχή, το πώς να την προσεγγίσει. Πρέπει αυτός να κάνει την πρώτη κίνηση ή να το αφήσει επάνω της; Για όνομα του Θεού! Γιατί κάτι τόσο όμορφο πρέπει να είναι τόσο περίπλοκο; Είναι απλό. Γιατί αλλιώς θα ήταν βαρετό!
Ο Βίκος σηκώνεται απ' τον καναπέ και τρίβει το πρόσωπό του.
«Έλα, ρε ηλίθιε, ξεκόλλα! Είσαι ο Δράκος, τον διάολο μου!»
Αυτός αρχίζει να τρέχει τριγύρω για να καθαρίσει το σπίτι από κάθε ίχνος της παλιάς του ζωής. Όταν τελειώνει, έχει στρώσει το κρεβάτι με καινούργια, μαύρα, σατέν σεντόνια, και έχει ανάψει πολλά αρωματικά ρεσώ κεριά για να δημιουργήσει την ιδανική ατμόσφαιρα. Τώρα, αυτός στέκεται στη μέση, κοιτάζει το δωμάτιο και κουνάει το κεφάλι του με ευχαρίστηση.
«Μπράβο σου, Δράκε. Η Θαλασσινή θα το λατρέψει αυτό»
Το μάτι του πέφτει στο ρολόι του.
«Γαμώτο! Πρέπει να βιαστώ! Αυτή θα είναι εδώ σε είκοσι λεπτά»
Αυτός τρέχει στο μπάνιο, γδύνεται και μπαίνει στο ντους. Δέκα λεπτά αργότερα στέκεται γυμνός μπροστά στην ντουλάπα του και σκέφτεται τι θα φορέσει.
«Για να δούμε ... Ρούχα ή εσώρουχο και ρόμπα; Μχμμμ ...»
Επειδή η ρόμπα θα ήταν σέξι αλλά και πολύ αποκαλυπτική, ο Βίκος αποφασίζει να φορέσει ένα μαύρο τζιν και ένα πράσινο μάλλινο πουλόβερ, τα ίδια ακριβώς ρούχα που φοράει και η Θαλασσινή, όταν χτύπησε το κουδούνι του και αυτός άνοιξε την πόρτα. Όταν βλέπουν ο ένας τον άλλον, ξεσπούν σε γέλια.
«Καλησπέρα, Κούκλε! Ωραία ρούχα!»
«Ομοίως, Ομορφιά μου! Πέρασε Μέσα»
Η Θαλασσινή περνάει το κατώφλι.
«Μη με λες ομορφιά μου. Τουλάχιστον όχι σήμερα»
«Γιατί, μωρό μου;»
«Γιατί έτσι με αποκαλεί ο Τζάκος και σήμερα θέλω να τον σκοτώσω και να πετάξω το πτώμα του στον Σαρωνικό»
Ο Βίκος γελάει καθώς αγκαλιάζει τη μέση της από πίσω και τη φιλάει στο λαιμό. Αυτή περνάει το χέρι της μέσα από τα μαλλιά του.
«Μη γελάς. Σοβαρολογώ. Τον μισώ αυτή τη στιγμή. Ουφ!»
«Εντάξει. Συγγνώμη! Πες μου τι σου έκανε και ίσως σε βοηθήσω με το πτώμα»
«Δεν ήθελε να έρθω εδώ και τσακωθήκαμε άσχημα. Αυτός ούρλιαζε και εγώ του πέταξα μια λάμπα, αλλά αστόχησα, γαμώτο! Ο ηλίθιος έσκυψε και την απέφυγε την τελευταία στιγμή»
Ο Βίκος μετά βίας μπορεί να καταπνίξει άλλο ένα γέλιο.
«Και πώς κατάφερες να ξεφύγεις τελικά;»
«Ο Οδυσσέας τον άρπαξε και τον κλείδωσε στο μπάνιο και εγώ έφυγα με τις ευλογίες του Αλέκου. Ο καημένος. Είμαι σίγουρη ότι θα περάσει μια φοβερή βραδιά με τον Τζάκο στο κεφάλι του. Ο ηλίθιος θα του σπάσει τα νεύρα»
«Ο Τζάκος απλά ανησυχεί για σένα γιατί σ' αγαπάει πολύ»
«Το ξέρω. Και εγώ τον αγαπάω πολύ. Τον αγαπάω όσο αγαπάω τον Αλέκο, που είναι ομοαίματος αδερφός μου, αλλά αυτός δεν μπορεί να μου συμπεριφέρεται σαν να είμαι μικρό κορίτσι. Είμαι μια ενήλικη γυναίκα και ξέρω και τι κάνω και τι θέλω»
«Έτσι, ε;»
«Έτσι»
«Πες μου τότε, ενήλικη γυναίκα, τι είναι αυτό που θέλεις;»
Αυτή γυρίζει και τυλίγει τα χέρια της γύρω απ' τον λαιμού του.
«Αυτή τη στιγμή, θέλω να με φιλήσεις»
Ο Βίκος πλαισιώνει το πρόσωπο της με τα χέρια του και σκύβει μπροστά σηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι της. Τα χείλη τους ενώνονται σε ένα βαθύ φιλί που αφήνει και τους δύο χωρίς ανάσα. Μετά απ' αυτό, χωρίς να φύγει απ' την αγκαλιά του, η Θαλασσινή κοιτάζει τριγύρω.
«Θα με ξεναγήσεις στο σπίτι;»
«Φυσικά, μωρό μου. Έλα μαζί μου»
Αυτός πιάνει το χέρι της και αρχίζει να της δείχνει το σπίτι. Πρώτα το σαλόνι με τον δερμάτινο καναπέ, το γυάλινο τραπεζάκι και την μεγάλη βιβλιοθήκη γεμάτη με βιβλία όλων των ειδών, ιστορίες τρόμου, ρομαντικά μυθιστορήματα και ποίηση. Μετά σειρά έχει το μεγάλο μπαλκόνι με την όμορφη θέα στον κήπο, η κουζίνα με τα σύγχρονες ηλεκτρικές συσκευές και το μπάνιο με την μεγάλη μπανιέρα. Και τέλος η κρεβατοκάμαρα με το τεράστιο κρεβάτι, εκεί όπου, καθώς μπαίνει μέσα η Θαλασσινή, ανοίγει το στόμα της έκπληκτη. Το θέαμα των ρεσώ κεριών που είναι σκορπισμένα παντού, στο κεφαλάρι του κρεβατιού, στα κομοδίνα, στα ράφια, ακόμα και στο πάτωμα, σε μεταφέρει αμέσως σε μία άλλη εποχή, μία μαγική εποχή που μόνο στα παραμύθια μπορείς να βρεις.
«Ουάου! Αυτά είναι πολλά κεριά! Τα έκανες όλα αυτά για μένα;»
«Για ποια άλλη, μωρό μου; Ό,τι κάνω, το κάνω για σένα, όπως λέει και το τραγούδι»
«Αχ, Βίκο!»
«Σ' αρέσει;»
«Το λατρεύω!»
Η Θαλασσινή αναπηδά, με την χάρη μιας μπαλαρίνας, ανάμεσα στα κεριά, πλησιάζει το κρεβάτι και πέφτει στο μαλακό στρώμα. Αυτή χαϊδεύει το γυαλιστερό ύφασμα του σεντονιού με το χέρι της.
«Είναι μαγικό! Είναι σαν ένα όνειρο! Σαν παραμύθι!»
Αυτή κυλιέται στο τεράστιο κρεβάτι γελώντας και ο Βίκος, ακουμπισμένος στο πλαίσιο της πόρτας, τη θαυμάζει με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. Κάποια στιγμή, αυτή σταματάει ανάσκελα, στηρίζεται στους αγκώνες της, σηκώνει το κεφάλι της και τον κοιτάζει.
«Θα έρθεις ή όχι;»
«Ναι, αλλά δεν θα ήθελες ένα ποτό πρώτα;»
«Όχι, Βίκο. Δεν διψάω. Τουλάχιστον όχι για ποτό. Έλα εδώ»
Ο Βίκος πλησιάζει το κρεβάτι και ξαπλώνει δίπλα της. Γυρίζουν και οι δύο στο πλάι και κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Αυτός σηκώνει το χέρι πίσω απ' το κεφάλι της, κοντά στην αλογοουρά της.
«Μπορώ;»
Αυτή νεύει καταφατικά και αυτός τραβάει το λάστιχο και αφήνει τα βαριά, σγουρά μαλλιά της να πέσουν στους ώμους της πριν περάσει το χέρι του μέσα απ' αυτά και σπρώξει μία μπούκλα πίσω απ' το αυτί της.
«Θαλασσινή μου, θέλω να σε ρωτήσω κάτι και να μου πεις την αλήθεια, εντάξει;»
«Εντάξει»
«Είσαι εδώ με τη θέλησή σου, έτσι δεν είναι; Θέλω να πω, δεν αναγκάζεις τον εαυτό σου να κάνει κάτι που δεν θέλεις πραγματικά να κάνεις, σωστά;»
«Σου μοιάζω με γυναίκα που κάνει κάτι που δεν θέλει;»
«Όχι, αλλά θέλω να είμαι σίγουρος»
«Να είσαι σίγουρος, Βίκο. Βγάλε αυτές τις ηλίθιες σκέψεις από το μυαλό σου. Είμαι εδώ γιατί το θέλω. Τελεία και παύλα»
Αυτός πέφτει πίσω στην πλάτη του και εκείνη ξαπλώνει στο στήθος του.
«Σε θέλω, Βίκο. Είσαι ο μόνος άντρας που έχω θελήσει ποτέ. Το ερώτημα είναι αν με θέλεις κι εσύ»
«Ποτέ δεν ήθελα κάτι στη ζωή μου όσο θέλω εσένα»
«Τότε τι περιμένεις; Κάνε με δική σου»
Το φιλί που έρχεται είναι διαφορετικό από τα άλλα. Περιέχει την ίδια δόση αγάπης, αλλά έχει κάτι άλλο. Αυτό έχει την υπόσχεση για περισσότερα και τους κόβει την ανάσα.
«Δεν με έχεις φιλήσει ποτέ ξανά έτσι»
«Θα κάνω πολλά πράγματα που δεν έχω ξανακάνει μαζί σου»
«Σαν τι;»
«Σαν αυτό, για παράδειγμα»
Με απαλές κινήσεις, αυτός αρχίζει να της βγάζει ένα-ένα τα ρούχα, χαϊδεύοντας και φιλώντας το κορμί της που τρέμει κάτω από το άγγιγμά του. Όταν έχουν μείνει μονάχα τα εσώρουχα της πάνω της, αυτός σταματάει.
«Έλα, μωρό μου, γδύσε με»
Αυτός σηκώνει τα χέρια ψηλά και εκείνη γλιστράει το πουλόβερ πάνω από το κεφάλι του. Η μυρωδιά του κορμιού του ανεβαίνει στη μύτη της και αυτή εισπνέει βαθιά.
«Λατρεύω τη μυρωδιά του κορμιού σου. Μυρίζεις σαν το ξύλο που καίγεται στο τζάκι. Σαν τον δράκο στο όνειρό μου»
Ο Βίκος μένει σιωπηλός, ακούγοντας αυτά τα λόγια.
«Τι είναι; Τι συμβαίνει;»
Αυτός της πλαισιώνει τα μάγουλα και την αναγκάζει να τον κοιτάξει.
«Τίποτα, μωρό μου. Όλα είναι τέλεια. Εσύ είσαι τέλεια. Τόσο τέλεια!»
Την σπρώχνει απαλά, ξαπλώνοντάς την ανάσκελα και σκαρφαλώνοντας πάνω της και την φιλάει με πάθος. Η γλώσσα του χορεύει στο στόμα της, ενώ τα χέρια του δεν σταματούν να την χαϊδεύουν. Χωρίς να σπάσει την επαφή του μαζί της, αυτός ξεφορτώνεται το παντελόνι και το σλιπ του πριν την απαλλάξει και από τα δικά της εσώρουχα.
«Άνοιξε τα πόδια σου για μένα, μωρό μου»
Αυτή υπακούει και εκείνος γλιστρά ανάμεσα στα πόδια της, αλλά καθώς η σκληρή του στύση πιέζει το άνοιγμά της, το σώμα της σφίγγεται.
«Έη! Έη! Ηρέμησε, μωρό μου. Είμαι μόνο εγώ, ο Βίκος σου»
«Συγγνώμη, Βίκο. Εγώ απλά ...»
«Μη ζητάς συγγνώμη, ψυχή μου. Όχι σε μένα»
«Μίλα μου. Η φωνή σου με χαλαρώνει»
Αυτός σκύβει στο αυτί της και αρχίζει να της ψιθυρίζει λόγια αγάπης. Το σώμα της χαλαρώνει αμέσως και τότε, ο ανοιχτός δρόμος είναι μπροστά του. Αυτός αρχίζει να γλιστράει μέσα της, αργά, σταθερά, απαλά. Η υγρασία της τον βοηθάει. Λίγα λεπτά αργότερα, φτάνει στο τέλος. Η άκρη του πέους του αγγίζει τον λεπτό παρθενικό υμένα της. Αυτή ανοίγει τα μάτια της.
«Βίκο ...»
«Ναι, μωρό μου. Το ξέρω»
«Πες μου τι πρέπει να κάνω»
«Πρέπει να μ' εμπιστευτείς»
«Σ' εμπιστεύομαι»
«Μ' αγαπάς;»
«Ναι»
«Πες το»
«Σ' αγαπώ»
«Ξανά και πιο δυνατά»
«Σ' αγαπώ!»
«Τώρα θέλω να το φωνάξεις. Πάρε μια βαθιά ανάσα και φώναξε ότι μ' αγαπάς»
Αυτή ακολουθεί τις οδηγίες του κατά γράμμα. Παίρνει μία βαθιά ανάσα και φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορεί, καθώς αυτός της πιάνει το χέρι, μπλέκει τα δάχτυλά τους και σπρώχνει δυνατά, ψιθυρίζοντας στο αυτί της.
«Κι εγώ σ' αγαπάω, Θαλασσινή»
Ο πόνος δεν κρατάει περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα και μετά η Θαλασσινή νιώθει πιο ανάλαφρη. Πιο ανάλαφρη και εντελώς ελεύθερη. Ο Βίκος μένει ακίνητος για να δώσει χρόνο στο σώμα της να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Αυτή τον κοιτάζει βαθιά στα ματιά.
«Και τώρα τι;»
«Πονάς;»
«Όχι»
«Τότε επιτρέψτε μου να σου δείξω τι σημαίνει πραγματικά ο έρωτας»
Ένα μουγκρητό ευχαρίστησης ξεφεύγει από τα χείλη της καθώς αυτός αρχίζει να κινείται αργά μπρος-πίσω. Η καρδιά της χοροπηδά στο στήθος της καθώς η απόλαυση απλώνεται στο δέρμα της και καίει τις φλέβες της. Το στήθος της ανεβοκατεβαίνει γρήγορα. Κάθε νευρώνας στο σώμα της πυροδοτείτε με αισθητηριακή υπερφόρτωση. Το καλογυμνασμένο του κορμί γυαλίζει απ' τον ιδρώτα και οι φλέβες στα μπράτσα του πάλλονται με κάθε σφίξιμο των μυών του. Οι γοφοί του ακουμπούν στους δικούς της, πλημμυρίζοντας το εσωτερικό της με μια ζεστή αίσθηση καθώς ρίγη απλώνονται στη σπονδυλική της στήλη. Αυτός πάλλεται μέσα της, φέρνοντας τον οργασμό πιο κοντά και για τους δύο και αρκετή ώρα μετά, με ένα συγχρονισμένο βογκητό αφήνουν την ευχαρίστηση της κορύφωσης να τους κυριεύσει.
Αυτός σωριάζεται πάνω της και εκείνη τον αγκαλιάζει σφιχτά, προσπαθώντας και οι δύο να πάρουν ανάσα. Λίγα λεπτά αργότερα αυτός σηκώνει το κεφάλι του και την κοιτάζει χαμογελώντας καθώς αυτή περνάει τα χέρια της μέσα από τα μαλλιά του.
«Είσαι δικιά μου τώρα. Δεν πιστεύω να μετάνιωσες;»
«Ναι, μετάνιωσα για κάτι»
«Για ποιο πράγμα;»
«Που δεν το έκανα αυτό νωρίτερα, από την πρώτη στιγμή που κατάλαβα ότι είσαι ο άντρας της ζωής μου, ο άντρας που έψαχνα, ο βασιλιάς μου»
Ο Βίκος πιάνει το χέρι της και μπλέκει τα δάχτυλά του με τα δικά της.
«Σ' αγαπάω, Θαλασσινή. Σ' αγάπησα απ' την πρώτη στιγμή που σε είδα»
«Κι εγώ σ' αγαπάω, Βίκο, και θέλω να σ' ευχαριστήσω για αυτή την υπέροχη πρώτη φορά»
«Έτσι το είχες φανταστεί;»
«Όχι τόσο καλό. Η πραγματικότητα ήταν χίλιες φορές καλύτερη»
«Δεν σε πόνεσα πολύ, ε;»
«Το μόνο που δεν θα θυμάμαι είναι ο πόνος. Ήταν ελάχιστος και κράτησε μόνο για μερικά δευτερόλεπτα. Φαίνεται ότι ήξερες τι έκανες. Το έχεις κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, έτσι δεν είναι;»
«Ας μην το συζητήσουμε αυτό τώρα, μωρό μου»
«Κακή στιγμή, ε;»
«Κάκιστη!»
«Συγγνώμη!»
Αυτοί κοιτάζονται μεταξύ τους και ξεσπούν σε γέλια.
«Έλα, δεσποινίς Περιέργεια. Πάμε να κάνουμε ένα ντουζάκι, γιατί μετά έχεις δουλειά να κάνεις»
«Τι δουλειά;»
«Να αλλάξεις τα σεντόνια»
«Εσύ δεν θα κάνεις κάτι;»
«Εγώ θα σου μαγειρέψω. Εσύ πρέπει να πεινάς»
«Μεταξύ μας, λιμοκτονώ!»
«Βλέπεις; Άντε, έλα, κουνήσου!»
«Θα το κάνω αν φύγεις από πάνω μου»
«Μχμμμ ... Έχεις δίκιο. Συγγνώμη! Μου διέφυγε γιατί είναι τόσο ωραία εδώ πάνω»
Μετά το ντους, κατά τη διάρκεια του οποίου η Θαλασσινή γέλασε με την ψυχή της με τα πειράγματα του Βίκου, αυτή άλλαξε τα σεντόνια ενώ εκείνος μαγείρεψε, και μετά έφαγαν μαζί, γυμνοί, αγκαλιά στον καναπέ. Και όχι μόνο αυτό. Αυτή έκαναν έρωτα ξανά και ξανά μέχρι λίγο πριν το ξημέρωμα, όταν η Θαλασσινή άρχισε να χασμουριέται.
«Νύσταξε το κορίτσι μου;»
«Μχμμμ ... Λίγο»
«Πέρασες καλά απόψε;»
«Όλα ήταν τέλεια. Η τέλεια βραδιά»
«Άρα, σου αρέσει να είσαι μαζί μου, έτσι δεν είναι;»
«Φυσικά, Βίκο, αλλά που ακριβώς το πας;»
«Έλα να μείνεις μαζί μου. Άσε το ξενοδοχείο και μείνε εδώ. Μπορεί το σπίτι μου να μην είναι τόσο πολυτελές όσο έχεις συνηθίσει, αλλά ...»
«Μην συνεχίζεις, Βίκο. Θα το κάνω. Θα έρθω ακόμα και αύριο, αν είναι δυνατόν»
«Σοβαρολογείς, έτσι;»
«Ναι»
Ένα γέλιο έκπληξης ξεφεύγει από το στόμα της καθώς αυτός τη σηκώνει και αρχίζει να τη στροβιλίζει σαν τρελός στη μέση του δωματίου, φωνάζοντας από χαρά.
«Ναι! Ναι! Ναι! Είμαι τόσο χαρούμενος τώρα! Με κάνεις τόσο χαρούμενο!»
«Άσε με κάτω, ρε τρελέ! Ζαλίζομαι!»
«Ποτέ ξανά, μωρό μου. Θα σε κρατάω στην αγκαλιά μου για όλη την υπόλοιπη ζωή μας!»
«Δεν θα μ' αφήσεις να περπατήσω ποτέ ξανά;»
«Ποτέ!»
«Που έμπλεξα, Θεέ μου!»
Αυτοί γελούν, φωνάζουν και χορεύουν, ανυπομονώντας να αρχίσουν την καινούργια τους ζωή μαζί.
ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΤΕΛΟΣ
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 1 'Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ'
Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top