Συναισθήματα, παρελθόν και στάχτες/part 1

Ο Βέρνερ είχε κατορθώσει επιτέλους να βρει τη μονάδα του, χτυπημένος και εξουθενωμένος. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να πιστέψει στην τύχη του, που τον ήθελε να καταφέρνει να εντοπίσει τους δικούς του. Ήταν αρκετά τυχερός, καθώς οι ανώτεροί του πίστεψαν πως τον είχαν τραυματίσει. Εξάλλου, η εικόνα του μαρτυρούσε αυτό ακριβώς. Η Αννελί τον είχε αναγκαστικά ακολουθήσει, πάντοτε από απόσταση και κλεισμένη στον εαυτό της. Μιλούσε άπταιστα γερμανικά και καθώς ο Βέρνερ τους αφηγήθηκε τις επιθέσεις που είχε δεχτεί ένα νοσοκομείο εκστρατείας, οι γιατροί και οι νοσοκόμες την καλοδέχτηκαν, μα το κυριότερο ήταν πως αντίκρυσε μία γνώριμη φυσιογνωμία. Την Αφροδίτη. Τα ουρλιαχτά της αντήχησαν σε όλη την καλύβα και η αγκαλιά της, λίγο έλειψε να σπάσει τον λαιμό της καστανής κοπέλας, που στιγμή δεν είχε πάψει να δακρύζει στη θέα της. Ο Βέρνερ μεταφέρθηκε στο εσωτερικό του αγροτόσπιτου που χρησιμοποιούσαν για αυτόν τον σκοπό, ενώ τη στιγμή εκείνη έφευγε από εκεί ο Άρτουρ.

Τα πράσινα μάτια του νεαρού γούρλωσαν. Σχεδόν απέκλειε το γεγονός να ήταν ο Μίσα αυτός που βάδιζε μπροστά του, κουτσαίνοντας. Ήταν τόσο μπερδεμένος, σε σημείο που θεώρησε πως μάλλον το φαντάστηκε ή πως η αρρώστια είχε απορροφήσει κάθε φαιά ουσία από το μυαλό του.

΄΄Αδύνατον΄΄ ψέλλισε θέλοντας να μάθει περισσότερα.

Οι δύο κοπέλες απομακρύνθηκαν, καθώς είχαν πολλά να συζητήσουν. Η όψη της Αννελί φανέρωνε μία παραίτηση. Είχε χαθεί το αλλοτινό φως από τα μάτια της, κάθε ζωντάνια, κάθε όρεξη για ζωή. Ήθελε απλώς να αφεθεί να κλάψει, να βγάλει από μέσα της όλες τις ματωμένες αναμνήσεις αυτής της άθλιας ζωής που είχε ζήσει.

«Πώς βρέθηκες εδώ; Αχ, Αφροδίτη, γιατί δεν γύρισες στην Ελλάδα; Μην κοιτάς που εγώ...σε όποια χώρα και αν έχω βρεθεί, μου έχουν φερθεί χειρότερα και από κτήνος. Στην Ελλάδα σκότωσαν την οικογένειά μου, η Γερμανία με έδιωξε, με βίασαν, η αδερφή μου χάθηκε, άφησε την τελευταία της πνοή δίπλα μου, με πέταξαν σε έναν λάκκο με πτώματα και εγώ τι είμαι πια; Ένα νεκρό κουφάρι που εξακολουθεί να στέκεται δίχως λόγο. Θέλω να πεθάνω, μα είμαι αρκετά δειλή για να αφαιρέσω τη ζωή μου. Αφροδίτη, δεν έχω πού να πάω πια...Και αν με πιάσουν και οι Ρώσοι, πάλι τα ίδια θα τραβήξω. Βιασμούς, ξύλο και θάνατο. Γιατί; Τι κακό έκανα; Τι έχω κάνει;» οι λυγμοί της πνίγηκαν στην σφιχτή αγκαλιά της Αφροδίτης.

«Σώπα. Εγώ είμαι εδώ. Υπόσχομαι να μην σε αφήσω ποτέ»

Τα δακρυσμένα, πρησμένα μάτια της Αννελί γύρεψαν παρηγοριά και αλήθειες.

«Γιατί έμεινες; Πώς έμεινες; Δεν μπόρεσες να φύγεις;»

Την είδε να μαζεύεται.

«Εγώ...»

Η σιλουέτα του Άρτουρ, διέκοψε την πρότασή της. Ο ξανθός νεαρός κοντοστάθηκε, κοιτάζοντας την Αννελί. Η ματιά του πλέον ήταν διαφορετική. Είχε φύγει η μόνιμη οργή και η καχυποψία, καθώς και η ψυχρότητα εκείνου του γείτονα της Γκεστάπο. Γιατί με αυτόν τον ρόλο τον θυμόταν η κοπέλα.

«Εσύ» σχεδόν του έφτυσε.

«Είχα έρθει για να σας βρω...στο τρένο. Όμως δεν κατόρθωσα να σε εντοπίσω»

«Αλίμονο. Βρισκόμουν σε ένα βαγόνι μαζί με ένα πτώμα σε αποσύνθεση. Το πτώμα της αδερφής μου!» του έφτυσε στα γερμανικά, τρέμοντας ολόκληρη «Αυτός ο κόσμος είναι σαν να με μισεί! Σαν να θέλει να με λιώσει!»

«Ησύχασε» την αγκάλιασε ξανά η Αφροδίτη σφιχτά.

Το βλέμμα της κατρακύλησε στη ματιά του Άρτουρ απέναντι στην Αφροδίτη. Ήταν τρυφερή, γεμάτη ενδιαφέρον.

«Αυτός ήταν ο λόγος που έμεινες»

Οι λέξεις δραπέτευσαν αργά από το στόμα της, η συνειδητοποίηση αυτή τη σόκαρε. Απότομα αποτραβήχτηκε από κοντά της, το βλέμμα της άξαφνα πάγωσε, την έκλεισε μέσα σε έναν κόσμο που είχε χτίσει για να προστατέψει την ψυχή της. Ευθύς απομακρύνθηκε δίχως να κοιτάξει στιγμή προς τη μεριά τους.

«Μπορώ να την καταλάβω, αν και παρά το παρελθόν μου, νομίζω δεν θα μπορέσω ποτέ να μπω στη θέση της. Μία κοπέλα Γερμανοεβραία, να μην μπορεί να βρει πουθενά άσυλο, αγάπη και σιγουριά. Όλη της η οικογένεια είναι νεκρή και η αδερφή της...Θεέ μου»

«Αν μου δινόταν η ευκαιρία, ίσως εγώ να μπορούσα να την καταλάβω καλύτερα» χαμογέλασε ο νεαρός θλιμμένα, όταν είδαν τον Βέρνερ να τους πλησιάζει, σαν να είχε δει φάντασμα. Φυσικά κανένας από τους δύο δεν τον γνώριζε. Η Αφροδίτη πρόσεξε τα υπέροχα πράσινα μάτια του, που ξεχώριζαν από ένα ελαφρώς ηλιοκαμένο πρόσωπο.

«Καλησπέρα» είπε στα γερμανικά και συστήθηκε «Είμαι ο Χερ Βέρνερ, όπως με αποκαλούν κοροϊδευτικά οι Ιβάν. Ήμουν επικεφαλής μίας Σχολής Ελεύθερων Σκοπευτών στο Βερολίνο και βρέθηκα εδώ ως απεσταλμένος για να βγάλω από τη μέση έναν διάσημο Ρώσο, τον Μιχαήλ Μελέτεφ. Εσύ ποιος είσαι;»

«Άρτουρ Μπεργκ, αξιωματικός»

«Και λακωνικός» πήγε να τον πειράξει ο Βέρνερ, ο οποίος δεν ήξερε τι θα έπρεπε να ειπωθεί στη συνέχεια «Λοιπόν, ο Ρώσος αυτός, ο στόχος μου, είναι ίδιος εσύ. Με το συμπάθιο, αλλά δεν έχω ξαναδεί τόση ομοιότητα»

«Τυχαίο» του γρύλισε ο Άρτουρ.

«Κύριε Μπεργκ, είστε ίδιοι. Δεν υπάρχει τέτοια συγκυρία. Είστε τρομακτικά ίδιοι»

«Και τι θέλετε να μου πείτε με αυτό; Πως βρήκα τη χαμένη μου οικογένεια; Γνωρίζω τον Μελέτεφ! Τι θέλετε να κάνω; Αφήστε με!»

Χάθηκε για ακόμη μία φορά ταραγμένος. Όλο αυτό θα του δημιουργούσε πρόβλημα και όσο δεν γεφύρωνε το χάσμα, τόσο ο Μιχαήλ θα θεωρούνταν κάτι τρομακτικό, εχθρικό και άπιαστο. Ο Βέρνερ δέχθηκε με απόλαυση την ιατρική φροντίδα, ωθώντας με το ζόρι στο πίσω μέρος του μυαλού του, την εικόνα εκείνης της κοπέλας. Σαν αντίκρυσε τα πλούσια μαλλιά της λυτά να χύνονται στο πρόσωπο και τους ώμους της, για λίγο είχε πιστέψει πως ήταν νύμφη μαγική. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη και γνώριζε πως δεν υπήρχε πια επιλογή, από το να σκύψει το κεφάλι με ό,τι αξιοπρέπεια περίσσευε και να συνέχιζε έναν άσκοπο αγώνα, πέφτοντας μαχόμενος. Η μόνη που σκεφτόταν, ήταν η μητέρα του. Θα έμενε ολομόναχη στον κόσμο και αν πράγματι οι Ρώσοι έφταναν ως την Πύλη του Βρανδεμβούργου, εκείνη θα έπεφτε στα χέρια τους στη διαδρομή με αμφίβολη κατάληξη. Όμως δεν υπήρχε πια χώρος για συναισθηματισμούς άλλους.

΄΄Ποτέ σου μην απλώνεις χέρι για να χτυπήσεις, η βία δεν έχει χώρο. Να είσαι ευγενικός και να το απλώνεις για να χαϊδέψεις, να ανακουφίζεις και να αγκαλιάζεις, όπως ο πατέρας σου΄΄

Ο Βέρνερ και ο Ζεπ χάζευαν όταν ήταν μικροί τους γονείς τους να χορεύουν και να γελούν. Μεγάλωσαν σε ένα όμορφο, οικογενειακό περιβάλλον, γεμάτο αγάπη. Και όμως, τα δύο αγόρια παρασύρθηκαν από τα δεδομένα των καιρών, μπήκαν σε όλες αυτές τις ναζιστικές ομάδες, γαλουχήθηκαν με ιδέες που τους ήθελαν δυνατούς και ανδρείους, περήφανους άρειους που μπορούσαν να κατακτήσουν και το φεγγάρι. Και να πού κατέληξαν. Ο ένας στο χώμα και ο άλλος διάσημος σκοπευτής υπό τις διαταγές των Ναζί. Ο Βέρνερ όμως κάποτε αισθανόταν περήφανος για τα κατορθώματά του και αυτή η αίσθηση περηφάνιας έσβηνε το γεγονός πως σκότωνε ανθρώπους παρακολουθώντας τους προσεκτικά και ας ήταν στρατιώτες. Όλα έγιναν δύσκολα όμως από τη στιγμή που γνώρισε τον Μιχαήλ και που κατάλαβε πως θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να είναι φίλοι. Και τον Λεβ τον συμπαθούσε. Σκέφτηκε την περίπτωση ο Ρώσος και αυτός ο Γερμανός να ήταν αδέρφια. Θεέ μου! Τι είδους δράμα κρυβόταν πίσω από μία τέτοια συγκλονιστική αποκάλυψη;

Εκείνη η μέρα ήταν μουντή και ίσως καλύτερα, καθώς δροσιζόταν ελαφρώς έπειτα από μέρες ατελείωτου και καυτού ήλιου. Είχε κρυφτεί για τα καλά, κατορθώνοντας να σκοτώσει έναν Σοβιετικό Ελεύθερο Σκοπευτή που δημιουργούσε προβλήματα. Ο Μιχαήλ δεν φαινόταν πουθενά, εκείνος εξακολουθούσε να είναι τραυματισμένος στο χέρι και η βροχή δυνάμωνε. Κοντά του κυλούσε ένα ποτάμι, το κορμί του είχε μουσκέψει και έπρεπε να αλλάξει θέση ώστε να μη γίνει στόχος του εχθρού. Σύντομα, τα γερμανικά πολυβόλα ήχησαν, η μάχη ξέσπασε, ο Βέρνερ χρησιμοποίησε την άριστη όραση και τις αισθήσεις του, που ποτέ δεν τον είχαν προδώσει. Άκουσε έναν πυροβολισμό και ένα υπόκωφο βογκητό που ακολούθησε. Μονάχα που η φωνή ήταν γυναικεία. Η καρδιά του ξεκίνησε να χτυπά, ωστόσο έπρεπε να είναι προσεκτικός. Άκουσε τις βρισιές από έναν δικό του και τα μάτια του τον εντόπισαν να κατευθύνεται σε μία συστάδα χαμηλής βλάστησης.

Έσυρε το σώμα του με κόπο, το χέρι του τον πονούσε, καθώς το τραύμα δεν είχε κλείσει, ώσπου την είδε. Κειτόταν χτυπημένη ελαφρώς κοντά στον αστράγαλο, όταν ο Γερμανός τυφεκιοφόρος τη σημάδεψε. Η Άνια σαν άγριος αίλουρος, είχε μαζέψει το κορμί της κοιτώντας τον με μίσος. Είχε χάσει τη μάχη και το όπλο της, μα θα αποδεχόταν την ήττα της μονάχα με περηφάνια. Είδε το δάχτυλό του να κατευθύνεται στη σκανδάλη, τα μάτια του να στενεύουν με χαιρεκακία και κατόπιν με έκπληξη, στη θέα του Βέρνερ να πηδά σχεδόν μπροστά από την κοπέλα.

«Τι κάνεις; Σκότωσέ τη! Σκοτωσέ τη ανάθεμά σε τη βρώμα!»

«Άστον! Άστον να με σκοτώσει! Το όπλο έφυγε από το χέρι μου και δεν θέλω υπεράσπιση» του ψέλλισε στα ρωσικά και ήξερε πως εκείνη το εννοούσε. Ήταν τόσο γενναία και δυναμική. Δεν θα έσκυβε σε κανέναν το κεφάλι, πόσο μάλλον σε έναν ακόμη κατακτητή. Προτιμούσε να πεθάνει σαν ηρωίδα. Ο Βέρνερ την αγνόησε ωστόσο και στράφηκε ξανά στον σύντροφό του.

«Μισό βήμα να κάνεις και θα σου φυτέψω μία σφαίρα στο κεφάλι»

Τι στο διάβολο είχε ξεστομίσει; Τι είχε πάθει πια; Πριν λίγους μήνες ερχόταν εδώ, έχοντας κληθεί να ξεπαστρέψει τον Μελέτεφ και τώρα; Τώρα υπερασπιζόταν μία Ρωσίδα. Τι είχε πάθει πια; Είχε τρελαθεί!

«Είσαι ένας προδότης και μάλλον σου αξίζει ο θάνατος περισσότερο από όσο σε εκείνη»

Τα χείλη του ξεκίνησαν να τρέμουν καθώς ετοιμαζόταν να ξεστομίσει τα υπόλοιπα λόγια.

«Δεν είμαι προδότης. Για πρώτη φορά κάνω αυτό που προτάσσει η καρδιά μου»

Ο σύντροφός του σήκωσε το όπλο, μα μέσα σε δευτερόλεπτα, έπεσε νεκρός. Μία χαρακτηριστική λάμψη του επιβεβαίωσε αυτό που είχε καταλάβει. Πως ο Μιχαήλ τον είχε βγάλει από τη μέση. Σύντομα όμως, το έδαφος ξεκίνησε να τρέμει εξαιτίας των βομβαρδισμών. Πανικόβλητος, άρπαξε το χέρι της κοπέλας ωθώντας τη να σηκωθεί.

«Μπορείς να περπατήσεις;»

«Άσε με!» του φώναξε απελπισμένη και οργισμένη.

«Σε ρώτησα κάτι!» της φώναξε.

«Μπορώ! Δεν έπαθα τίποτε, απλώς μία γρατσουνιά»

Ξεκίνησαν να τρέχουν τσαλαβουτώντας στο ποτάμι, ώσπου μπροστά τους, βρέθηκε ένα άνοιγμα μικρό σε έναν ξερό βράχο. Το άνοιγμα οδηγούσε σε μία μικρή σπηλιά που μύριζε τώρα έντονη μούχλα και υγρασία. Η μάχη συνεχιζόταν, οι βομβαρδισμοί έπαψαν και ο Βέρνερ είχε καθίσει στη μικρή σπηλιά, βαστώντας την Άνια σφιχτά στην αγκαλιά του, μην έχοντας αίσθηση του χρόνου και της κατάστασης. Η κοπέλα παρέμενε αναστατωμένη, φοβισμένη, χαμένη στα δευτερόλεπτα των δυνατών ήχων, της γης που έτρεμε και των κραυγών από τραυματίες και επιτιθέμενους.

«Αυτό που έκανες ήταν ανόητο! Ανόητο όπως και εσύ!» ξεκίνησε την άμυνα για να μην κοιτάζει τα εκφραστικά, βαθυπράσινα μάτια που την κοιτούσαν με εκείνο το αίσθημα τρυφερότητας που την παρέλυε.

«Δεν με νοιάζει. Έτσι και αλλιώς δεν μπορεί να μιλήσει τώρα πια»

«Είναι δικός σου αυτός όμως. Θα έπρεπε να είσαι με το μέρος του...»

«Γιατί; Γιατί απλώς δεν μπορείς να αποδεχτείς πως δεν θέλω να σου κάνω κακό, πως βάζω τα θέλω μου πάνω από τα απάνθρωπα και αδικαιολόγητα ΄΄πρέπει΄΄ του Ράιχ; Ξέρω πως κλήθηκα εδώ για να δολοφονήσω έναν νεαρό που μου μοιάζει περισσότερο από όσο ήθελα και εγώ να δεχτώ στην αρχή. Δεν κατόρθωσα να τον σκοτώσω και ξέρεις κάτι; Αισθάνομαι περήφανος γι' αυτό» η ανάσα του κόπηκε, μόλις συνειδητοποίησε πόσο κοντά της βρισκόταν.

Πως τη βαστούσε στα χέρια του, το κορμί της έτρεμε ελαφρώς από τα βρεγμένα ρούχα που κολλούσαν στο πάλλευκο δέρμα της και η μυρωδιά της, τον έκανε να αισθάνεται σαν να βρισκόταν σπίτι του. Σε ένα περιβάλλον οικείο, σίγουρο. Τα χρόνια εκείνα εξάλλου του πολέμου και της αβεβαιότητας για τη ζωή ακόμη και στα επόμενα λεπτά, τα συναισθήματα γιγαντώνονταν. Δεν υπήρχαν περιθώρια και οι άνθρωποι φρόντιζαν να τα απολαύσουν στο εδώ και τώρα, καθώς μπορεί την επομένη να ήταν και νεκροί. Τα μακρινά όνειρα είχαν πεθάνει.

Όταν η ματιά της κλείδωσε με τη δική του, φοβήθηκε. Φοβήθηκε γιατί όσο και αν έπρεπε να τον μισεί, ήθελε να χαθεί στη φωτιά που σιγόκαιγε καιρό τώρα. Τα τρεμάμενα χέρια του άγγιξαν το πρόσωπό της και παραδόθηκε σε ένα φιλί πρωτόγνωρο. Ήταν το πρώτο της και ταυτόχρονα το πιο απελπισμένο, βαθύ και βίαιο. Χιλιάδες συναισθήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο και εκείνη κυλούσε σε μία άβυσσο, από όπου δεν υπήρχε επιστροφή. Το κορμί της βρέθηκε στο έδαφος, με τον Βέρνερ να το καλύπτει. Τα μουλιασμένα της ρούχα είχαν παγώσει και τα μάτια της τον κοίταξαν έκπληκτα. Μία κρυφή παράκληση κρύφτηκε μέσα τους και εκείνος την ένιωσε. Αργά, αφαίρεσαν και οι δύο τις βρεγμένες στολές τους και ευθύς η θερμότητα του γυμνού ανθρώπινου σώματος, επανάφερε τη θερμοκρασία της. Ο Βέρνερ δεν είχε σκοπό να προχωρήσει, ήξερε να τιθασεύει τις ορμές του που τον πίεζαν ασφυκτικά, παρασυρμένες και από ένα συναίσθημα που χρόνια είχε να νιώσει.

Τα πόδια της, αγκάλιασαν τη μέση του σφιχτά. Το φιλί τους έγινε πιο τρυφερό.

«Είσαι ανόητος» του ψιθύρισε πάνω στα χείλη του.

«Νομίζω πως είμαι ερωτευμένος μαζί σου, άρα ναι. Είμαι ανόητος που τολμώ να το σκεφτώ»

«Είναι λάθος»

«Το αισθάνεσαι λάθος;»

«Όχι!» φώναξε «Και ακριβώς γι' αυτό είναι λάθος»

«Λάθος είναι όλο αυτό που συμβαίνει εκεί έξω. Ο έρωτας και αργότερα η αγάπη, η έγνοια, η θυσία, δεν είναι λάθος. Είναι όλα όμορφα» της απάντησε φιλώντας τη στο μέτωπο.

«Δεν...»κόμπασε «Δεν μπορούσα να σε βγάλω από το μυαλό μου...τα...τα μάτια σου ήταν...με είχαν στοιχειώσει! Σε μισώ και...»

«Δεν με μισείς. Το φιλί σου δεν δήλωνε μίσος. Άνια και εγώ φοβάμαι...και εγώ εκπαιδεύτηκα να σε μισώ, όμως νομίζω πως προτιμώ αυτό και...»

Σιωπή πάλι και ίσως μονάχα ο ήχος από την κοφτή τους ανάσα να ακουγόταν.



Πόσο αγαπώ τον Βέρνερ; Το δηλώνω ανοιχτά πως μέσα μου ίσως έκλεψε και λίγο τη θέση του Άρτουρ. Εσείς; Ποιον ξεχωρίζετε και τι σας κάνει να τον αγαπάτε;

Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top