Κεφάλαιο 25: O αργοπορημένος στρατηγός

 Εκείνη ήταν μια παράξενη νύχτα για όλους, υπήρχαν συναισθήματα χαράς αλλά και ανησυχίας. Πολλοί χαίρονταν που είχαν ξανασμίξει με τα αδέρφια τους και που ο Μαχέγκαν είχε έρθει για να τους ενισχύσει στις δύσκολες μέρες που έρχονταν. Ο φόβος όμως εξαπλώθηκε και στις δύο φυλές καθώς οι μεν είπαν για την άγρια επίθεση των φάουρους και τις απώλειες που υπέστησαν ενώ οι δε για τις μεγάλες δυνάμεις του εχθρού που είχαν συναντήσει και πόσο δύσκολο θα ήταν να νικηθεί ένας τέτοιος στρατός.

Το συμβούλιο θα ξεκινούσε από τα άγρια χαράματα καθώς ο βασιλιάς δεν ήθελε να σπαταλήσει ούτε λεπτό μέχρι την επόμενη κίνηση του στρατού τους. Αυτή τη φορά στο συμβούλιο θα ήταν και ο Μαχέγκαν και ήλπιζε να αποδειχθούν χρήσιμες οι ικανότητές του.

Το δάσος φαινόταν να είναι ακόμη πιο σκοτεινό εκείνη την νύχτα σαν κάποιος να είχε απλώσει ένα σκοτεινό πέπλο πάνω του. Τελικά ο ουρανός βάφτηκε κόκκινος καθώς ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του και ήδη όλη η κοινότητα βρισκόταν σε κίνηση. Παντού υπήρχαν τόκου που κατευθύνονταν σε διαφορετικές κατευθύνσεις ενώ όλοι οι στρατηγοί, οι σύμβουλοι και οι γραμματείς πήγαιναν να παρευρεθούν στο συμβούλιο.

Όταν λοιπόν ο βασιλιάς με την συνοδεία του κατευθύνθηκε προς το σημείο συνάντησης (ένα ξέφωτο στο δάσος όπου είχε στηθεί μία σκηνή) βρήκε μέσα στη σκηνή τον Μαχέγκαν να κάθεται σε μία από τις καρέκλες με τέσσερις λευκούς φρουρούς να στέκονται γύρω του.

«Πάντα ξυπνάς πρώτος και κοιμάσαι τελευταίος Μαχέγκαν» είπε ο βασιλιάς με την βαριά φωνή του ενώ έμπαινε με ορμή.

«Το συνήθισα μιας και έπρεπε να ξυπνάμε από το χάραμα για να μην πετύχουμε περιπολίες εχθρού στο δρόμο μας» απάντησε ο Μαχέγκαν με τα μάτια του να κοιτάνε σταθερά τα μάτια του βασιλιά.

Ο βασιλιάς πήρε την θέση του στο τραπέζι και ζήτησε από τους φρουρούς του να του φέρουν ένα ποτό φτιαγμένο από χυμό μαύρων ροδάκινων. Πρόσφερε και στον Μαχέγκαν ένα αλλά εκείνος αρνήθηκε.

«Όσο γρήγορα και αν τρέχαμε μου φαίνεται πως φτάσαμε αργά. Ήδη χάσαμε μια μάχη και ένα γλέντι .»

Ο βασιλιάς τον κοίταξε με σοβαρό ύφος προσπερνώντας την ειρωνεία του. Ο χυμός είχε σκούρο χρώμα κάνοντας τα κοφτερά δόντια του βασιλιά να μοιάζουν πιο τρομερά. Ο Μαχέγκαν όμως δεν πτοήθηκε και συνέχισε με το ίδιο ύφος.

«Άκουσα όμως πως δεν ήταν και σπουδαία μάχη. Τι ακριβώς συνέβη, μου ήταν λίγο δύσκολο να το πιστέψω»

«Πρόσεχε Μαχέγκαν.» Ο βασιλιάς κάρφωσε κι εκείνος τα μάτια του στον Μαχέγκαν.

«Το ξέρω πως ήταν δικό μου το λάθος αλλά πως θα μπορούσα να προβλέψω μια επίθεση από τόσα πολλά φάουρους;»

«Και τι δουλειά είχε μία γιορτή στη μέση ενός πολέμου;»

«Το ξέρεις πολύ καλά πως είναι παράδοση της φυλής μας από πολύ παλιά, μάλλον έχεις ξεχάσει σε ποια φυλή ανήκεις.»

«Και ποιανού λάθος είναι αυτό;» είπε ο Μαχέγκαν υψώνοντας την φωνή του και αναπηδώντας από την καρέκλα ενώ ο βασιλιάς τον μιμήθηκε βγάζοντας ένα βρυχηθμό.

«Μάλλον ο εχθρός μας δεν θα χρειαστεί να μας νικήσει στο πεδίο της μάχης, όπως βλέπω πρόκειται να αλληλοσκοτωθούμε» είπε ξαφνικά ο Μάλεν που μόλις είχε μπει στην μεγάλη σκηνή και τα λόγια του ήταν γεμάτα ειρωνεία με τόνο πικρό σαν δηλητήριο. Ο βασιλιάς αμέσως ηρέμησε και έκατσε ξανά στην θέση του αλλά ο Μαχέγκαν έμεινε όρθιος και απευθύνθηκε στον Μάλεν:

«Καλώς ήρθες Μάλεν και βλέπω πως γερνάς μέρα με τη μέρα φίλε μου. Πως βλέπουν οι κουκουβάγιες τα νέα από τα υπόλοιπα αδέρφια μας;»

«Σκοτεινά» είπε αναπάντεχα σοβαρός και προχώρησε προς μία καρέκλα. Ο Μαχέγκαν δεν απάντησε στον Μάλεν απλώς έκατσε στην καρέκλα και απευθύνθηκε σε έναν από τους φρουρούς του βασιλιά:

«Τελικά θα πιώ και εγώ ένα ποτό»

Οι τρεις τους και οι φρουροί έμειναν σιωπηλοί μέχρι να έρθουν όλοι στο συμβούλιο και μόλις είχε έρθει πια η ώρα να ξεκινήσουν η αίθουσα ξεχείλιζε από τόκου. Μαζί με τον Μαχέγκαν βρίσκονταν οι φρουροί του αλλά και άλλοι δεκατρείς στρατηγοί που ήταν αρκετά έμπειροι και τους εμπιστευόταν πολύ. Ο Φάριαν είχε καθίσει σε μια θέση κοντά στον βασιλιά και δίπλα στον Τόρλεκ. Επικρατούσε βαβούρα ώσπου τελικά ο βασιλιάς σηκώθηκε.

«Επιτέλους, μία από τις τρείς αδερφές φυλές μας έφτασε. Είχαμε να συναντηθούμε πολύ καιρό και κρίμα που γίνεται κάτω από αυτές τις συνθήκες μα τώρα είναι εδώ. Ο στρατός μας αυξήθηκε, η δύναμή μας μεγάλωσε αλλά είναι ώρα να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις για το πού θα κινηθούμε.»

Μερικές ζητωκραυγές ακούστηκαν και ύστερα ο βασιλιάς συνέχισε:

«Στρατηγέ Μαχέγκαν, μπορείς σε παρακαλώ να μας διαφωτίσεις με τη γνώμη σου σχετικά με το ζήτημα;»

Ο Μαχέγκαν σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του και κοίταξε το πλήθος γύρω του, επικρατούσε σιγή.

«Η περιοχή του φεγγαριού είναι από καιρό χαμένη, η περιοχή του χιονιού χάθηκε κι αυτή και πιστέψτε με έχει καταληφθεί εντελώς. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα μέρος του στρατού κοντά στην Σέριλ και ετοιμάζεται να την πολιορκήσει αν δεν το κάνει τη στιγμή που μιλάμε. Αν καταλαβαίνω καλά το σχέδιό μας είναι να ενώσουμε τις φυλές των δασών και να συμμαχήσουμε με τους ανθρώπους. Αρχικά θέλω να ξέρω αν έχουν στείλει σημάδια ζωής τα άλλα δάση.»

Καθώς το έλεγε αυτό γύρισε προς τον Μάλεν ψάχνοντας για την απάντηση και εκείνος σηκώθηκε από την καρέκλα με σοβαρό ύφος.

«Ένα δάσος απάντησε. Το Ζάφερ απάντησε αλλά τα νέα δεν είναι καλά»

Όλοι τώρα κοίταξαν τον Μάλεν με απογοήτευση στα μάτια που ήρθε να αντικαταστήσει τη χαρά των λόγων του βασιλιά.

«Χτες τη νύχτα έφτασε ένα μήνυμα από το Ζάφερ και ξέρω ότι ήταν από εκεί αν και δεν το έγραφε το μήνυμα»

«Και πώς το ξέρεις ;» ρώτησε ο Μαχέγκαν

«Η κουκουβάγια που το έφερε ζει μόνο στην περιοχή του φεγγαριού. Είναι αυτές που χρησιμοποιούσαν πάντα στο δάσος Ζάφερ μα έχω να δω μια εδώ και πολλά χρόνια. Γκρίζα φτερά και κόκκινο λοφίο, δεν θα βρεις πουθενά αλλού τέτοιες. Το μήνυμα ήταν μικρό, δεν ξέρω ποιος το έγραψε και δεν είχε ολοκληρωθεί. Το μεγαλύτερο μέρος δεν βγάζει νόημα αν και δεν μπορώ να υποθέσω τίποτα καλό από αυτό.»

Ο Μάλεν έβγαλε ένα μικρό τσαλακωμένο και σκισμένο χαρτί από το μανίκι του απεριποίητου χιτώνα και το έδειξε σε όλους πριν αρχίσει να διαβάζει.

''Δεν υπάρχει χρόνος. Ξαφνική επίθεση στα βουνά και ο Γκαϊκού είναι στην γέφυρα και φωνάζει .Δεν πρόκειται-''

«Μέχρι εκεί γράφει και από όσο μπορώ να καταλάβω αυτός που το έγραψε δεν ήξερε καλά τη γραφή αν κρίνω από τον ατημέλητο λόγο και το αόριστο νόημα και φαίνεται επίσης πως δεν πρόλαβε να γράψει το υπόλοιπο και αναγκάστηκε να το στείλει ανολοκλήρωτο.»

«Τα βουνά είναι τα Μπόιρ;» ρώτησε ένας από τους στρατηγούς του Μαχέγκαν

«Σίγουρα» απάντησε ο Μάλεν «η αποστολή τους ήταν να περάσουν από τα βουνά Μπόιρ και εκεί υπάρχει μία γέφυρα που ενώνει τις δύο άκρες μιας χαράδρας. Οπότε δεν υπάρχει αμφιβολία»

«Ποιος είναι ο Γκαϊκού» ρώτησε ο βασιλιάς

«Δεν την ξέρω την λέξη αν και είναι γραμμένο στη γλώσσα μας. Μπορεί να αναφέρεται σε άντρα γυναίκα ή και οτιδήποτε αλλά όπως καταλαβαίνω πρόκειται για άτομο.»

«Λέτε να αναφέρετε στον άρχοντα των χάντεκ;» ρώτησε ένας άλλος στρατηγός. Ο Μαχέγκαν μίλησε υψώνοντας την φωνή του πολύ για να καλύψει την βαβούρα που είχε δημιουργηθεί.

«Νομίζω πως όλοι καταλαβαίνουμε τι λέει το μήνυμα: ξαφνική επίθεση στα βουνά, δεν υπάρχει χρόνος, νομίζω πρέπει να ξεχάσουμε την βοήθεια από το Ζάφερ έτσι κι αλλιώς ήταν αναμενόμενο. Ένας στρατός δεν μπορεί να ξεγλιστρήσει έτσι εύκολα στην περιοχή του φεγγαριού.»

Τα λόγια του Μαχέγκαν αναστάτωσαν ξανά το πλήθος το οποίο άρχισε ξανά να μουρμουρίζει και να διαμαρτύρεται αλλά εκείνος τους αγνόησε και συνέχισε να μιλάει υψώνοντας περισσότερο τη φωνή του.

«Αν μείνουμε εδώ για πολύ ακόμη ο εχθρός θα κινηθεί προς τη Σέριλ σύντομα και τότε θα έχουμε χάσει τον πολύτιμο σύμμαχό μας. Λέω πως πρέπει να δούμε τις επιλογές μας να οργανωθούμε και να ξεκινήσουμε. Είδατε πόσο ευάλωτοι είμαστε όσο μένουμε εδώ.»

Σιγά-σιγά η φασαρία σταμάτησε και ο Μαχέγκαν είχε την ευκαιρία να μιλήσει χαμηλόφωνα. Σχεδόν σαν ψίθυρος τώρα η φωνή του έβγαινε τραχιά και βαριά.

«Αν θέλετε τη γνώμη μου αυτή είναι» είπε και κάθισε χαλαρός στην καρέκλα του απλώνοντας τα πόδια του.

«Και προτείνεις να ξεκινήσουμε εναντίον του εχθρού μόνοι μας; Χωρίς την βοήθεια του Ζάφερ, χωρίς τη βοήθεια του Μπέρεμαρ;» ρώτησε ένας ηλικιωμένος στην αίθουσα.

«Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε. Το Μπέρεμαρ δεν έχει απαντήσει και δυστυχώς ο στρατός του Ζάφερ μάλλον ανακαλύφθηκε από τον εχθρό»

Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να σταματήσουν να διαφωνούν για το αν θα έπρεπε να ξεκινήσουν ή όχι και ο Μαχέγκαν δεν δεχόταν καμία εναλλακτική κατηγορώντας τους ως δειλούς που φοβούνταν να ξεκινήσουν για τη μάχη. Τελικά για άλλη μια φορά ο βασιλιάς τους έκανε όλους να ησυχάσουν και μίλησε:

«Νομίζω πως πρέπει να πάρουμε την γνώμη του Μαχέγκαν στα σοβαρά και φοβάμαι πως ο στρατός από το Ζάφερ όντως ανακαλύφθηκε. Προτείνω λοιπόν να ξεκινήσουμε για την Σέριλ. Ο στρατός μας δεν είναι καθόλου αδύναμος, ο αριθμός των στρατιωτών μας είναι μεγάλος και αν τελικά καταφέρουμε να ενωθούμε με τους ανθρώπους τότε θα μπορέσουμε να επιτεθούμε και να νικήσουμε μια και καλή τους χάντεκ»

«Και πότε προτείνεις να ξεκινήσει ο στρατός;» ρώτησε ο Μάλεν

«Θα ξεκινήσει σε μία εβδομάδα, έτσι ίσως έχουμε μια ελπίδα να φτάσει μήνυμα από το Μπέρεμαρ, αν όμως τελικά δεν αλλάξει κάτι θα ξεκινήσουμε για την Σέριλ»

Όλη η αίθουσα βυθίστηκε στη σιωπή καθώς τα λόγια του βασιλιά αντηχούσαν ακόμη στα αυτιά τους. Ο πόλεμος ήταν τώρα πιο σίγουρος από ποτέ μα οι πιθανότητες να νικήσουν λιγότερες και η αμφιβολία είχε φυτευτεί στο μυαλό των τόκου· μια αμφιβολία που ούτε η μεγάλη εμπειρία του Μαχέγκαν δεν μπορούσε να σβήσει. Η σκηνή τώρα ήταν άδεια εκτός από τον Μαχέγκαν και τον Μάλεν που είχαν μείνει πίνοντας ακόμη ένα ποτό. Ο Μάλεν κοίταζε προς την έξοδο της σκηνής και μίλησε στον Μαχέγκαν χωρίς καν να τον κοιτάξει.

«Τι γνώμη έχεις για αυτόν τον πόλεμο; Μπορούμε να νικήσουμε ;»

Μέχρι τότε ο Μαχέγκαν είχε τα μάτια του κλειστά και είχε αράξει στην καρέκλα αλλά μόλις άκουσε την φωνή του Μάλεν τα άνοιξε και αποκάλυψε τα αστέρια κάτω από τα βλέφαρά του.

«Ο στρατός που συγκέντρωσε ο Άρχοντας των χάντεκ είναι μεγάλος, τον είδα. Και φοβάμαι πως αυτό ήταν μόνο ένα μέρος του. Αν δεν δεχθούμε βοήθεια σύντομα από δικούς μας ή από τους ανθρώπους, να είσαι σίγουρος πως θα πεθάνουμε όλοι.»

Ο Μάλεν έβγαλε ένα πνιχτό, καθόλου ευχάριστο γέλιο και γύρισε το γέρικο κεφάλι του προς τον Μαχέγκαν.

«Ποτέ δεν ήσουν καλός στα εμψυχωτικά λόγια, ας δούμε πως θα τα πας στη μάχη» είπε και έβγαλε άλλο ένα γέλιο αυτή τη φορά πιο δυνατό.

«Αρκετά πια με αυτά, πες μου για τον άνθρωπο που τρύπωσε σαν ποντίκι στη φυλή μας.»

«Ας τα πούμε καλύτερα αργότερα, πρέπει να ταΐσω τα παλιόπουλα και να ελέγξω αν ήρθε κάποιο μήνυμα.»  

Γουελ. Πως σας φανηκε αυτο;;;;;;;;;;; Εξελιξεις! Αν εχετε καποιο σχολιο ξερετε τι να κανετε.

Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top