Κεφάλαιο 18: Eφιάλτης

Ο Φάριαν βγήκε από την καλύβα του συμβουλίου πρώτος. Τα νέα ήταν χαρούμενα και κατάφεραν να του αλλάξουν λίγο την διάθεση. Κατευθύνθηκε προς την καλύβα του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Περπατούσε με βήμα γρήγορο γιατί το φίλτρο είχε δράσει επιτέλους μα βαθιά κάτω από την πλασματική ενέργεια που του είχε χαρίσει ένιωθε την κούραση πολλών ωρών. Κατευθύνθηκε γρήγορα προς την καλύβα του με ένα συναίσθημα ενθουσιασμού στο στήθος του. Ένιωθε φτερά να φτερουγίζουν μέσα στο στέρνο του.

Ήξερε πως κάπως έτσι είχε νιώσει εκείνη την νύχτα πριν κάνει την μεγάλη απόπειρα. Αυτός ο ενθουσιασμός τον οδηγεί να κάνει τρέλα πράγματα. Θέλει να εκδικηθεί, να σκοτώσει φάουρους, να σκοτώσει όλους τους πολεμιστές και τα θηρία των Χάντεκ. Πρέπει να μάθει να ελέγχει τις παρορμήσεις του, αυτό το γνώριζε καλά πλέον. Ο Φάριαν είχε μία ήρεμη και ευγενική όψη αλλά μερικές φορές κατευθυνόταν μόνο από το συναίσθημα και μετάνιωνε όσα έκανε αργότερα. Προσπάθησε να θυμηθεί το πρόσωπο του φρουρού που είχε σκοτώσει αλλά δεν μπορούσε και στη θέση του εμφανιζόταν το πρόσωπο του βασιλιά.

Αυτές οι σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του, ανάσαινε βαριά από τον ενθουσιασμό και πριν το καταλάβει είχε περάσει μπροστά από παρά πολλά δέντρα φτάνοντας τελικά στην καλύβα του. Κάτι δεν πάει καλά ,το ήξερε. Το κεφάλι του γύριζε σαν τρελό και η κούραση δεν μπορεί να το είχε προκαλέσει αυτό.

Μπήκε μέσα με φόρα σαν να έτρεχε να προλάβει κάτι. Είδε τον χώρο που έμενε τις τελευταίες εβδομάδες. Όλα ήταν απλά και λυτά, απλά ένα μικρό δωμάτιο με ένα κρεβάτι, ένα μικρό γραφείο και μερικά ψάθινα πλεχτά καλάθια και μερικά άλλα μικρά αντικείμενα . Ή καλύβα ενός στρατιώτη.

Ξάπλωσε στο στρώμα γεμισμένο με πούπουλα και ξερά χόρτα. Κυρίως ξερά χόρτα. Οι σκέψεις του έτρεχαν σαν μια θύελλα που δεν μπορούσε να ελέγξει. Προσπάθησε να ηρεμήσει και να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη μα δεν τα κατάφερε. Ήταν σαν κάποιος άλλος να έλεγχε το μυαλό του. Το φίλτρο του το προκαλούσε αυτό. Όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις του στροβιλίζονται μέσα στο κεφάλι του. Ένιωθε θυμό και θλίψη και προσμονή. Προσπάθησε να σκεφτεί το πρόσωπό του άρχοντα των Χάντεκ, του ακατανόμαστου όπως άκουσε να τον αποκαλούν σήμερα.

Σκέφτηκε λίγο την ζωή του στο Έλεναϊτ και την μάχη πριν από δέκα χρόνια. Τότε αντιμετώπισε έναν εχθρό που δεν είδε ή άκουσε ποτέ του. Μόνο στις ιστορίες είχε ακούσει για αυτόν και μάλλον αυτό θα συνέβαινε ξανά. Θα πολεμούσε για άλλη μία φορά έναν αόρατο εχθρό. Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να κοιμηθεί. Έμεινε έτσι για αρκετή ώρα στριφογυρίζοντας και αλλάζοντας συνεχώς θέση ώσπου τελικά τα κατάφερε. Ήταν ένας απαίσιος ύπνος με τρομερούς εφιάλτες και δυστυχώς θυμόταν πολλούς από αυτούς το επόμενο πρωί .

Βρέθηκε να περπατάει σε ένα ανοιχτό πεδίο μέσα στη νύχτα. Μέχρι εκεί που μπορούσε να δει δεν φαινόταν κανένα δέντρο, κανένας λόφος και καμία λίμνη. Μόνο ένα γυμνό έδαφος που φαινόταν να συνεχίζει αιώνια. Η περιοχή του φεγγαριού, σκέφτηκε.

Το φεγγάρι έφεγγε από πάνω του. Πάντα έτσι ήταν σε αυτή τη περιοχή, κανένα δέντρο δεν έκρυβε το φωτεινό φεγγάρι ποτέ. Το έδαφος ήταν σκούρο, το χορτάρι μαύρο. Στον αέρα υπήρχε η μυρωδιά της στάχτης και αέρας γινόταν αποπνικτικός. Κάτι καίγεται, σκέφτηκε σχεδόν πανικόβλητος μα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί για να καταλάβει προς τα που ήταν ούτε μπορούσε να γυρίσει το σώμα του προς την κατεύθυνση που ήθελε για να ψάξει για την φωτιά.

Πριν λίγο ήμουν στην καλύβα. Αυτή η σκέψη όμως χάθηκε τόσο γρήγορα όσο είχε εμφανιστεί. Ήταν σαν να μην μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτα και όταν τελικά κατάφερνε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του αυτές χάνονταν και ξεχνιούνταν, αποτρέποντας τον από το να καταλάβει τι συμβαίνει. Το σώμα του άρχισε να κινείται μα δεν είχε εκείνος τον έλεγχο.

Τα πόδια του σηκώθηκαν σαν να είχαν την δική τους θέληση και τον οδήγησαν με μεγάλη φόρα μπροστά. Έτρεχε και έτρεχε σε αυτό το σκούρο, σκοτεινό πεδίο και το έδαφος περνούσε κάτω από τα πόδια του σαν ποτάμι που έρεε. Έφτασε τελικά να τρέχει τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε πια να ακολουθήσει το ίδιο του το σώμα και έμεινε πίσω παρακολουθώντας το να απομακρύνεται τρέχοντας. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν να συνέβαινε αυτό και αμέσως προσπάθησε να χαμηλώσει το κεφάλι του για να δει το σώμα του μα το κεφάλι δεν υπάκουσε και έμεινε κοκαλωμένο κοιτώντας τον άλλο εαυτό του να τρέχει.

Σκέφτηκε πως ήθελε να ακολουθήσει το δεύτερο σώμα του και αμέσως εκτινάχθηκε προς τα μπρος σαν να τον είχε σπρώξει κάποιος. Πρόφτασε σχεδόν το σώμα του και το ακολουθούσε από κοντινή απόσταση. Πήγαινε αναπάντεχα γρήγορα και συνέχισε να επιταχύνει μέχρι που τελικά τα πόδια του ανυψώθηκαν από το έδαφος και συνέχισε να ακολουθεί τον δεύτερο εαυτό του χωρίς να πατάει στη γη. Αιωρούταν πάνω από την μαύρη γη και κατευθυνόταν γρήγορα προς τα εμπρός σαν να πετούσε. Ένιωθε σαν έπεφτε από κάποιον καταρράκτη.

Μετά από λίγη ώρα το άλλο σώμα του σταμάτησε, το ίδιο και αυτός. Σταμάτησαν και ενώθηκαν ξανά κα ένιωσε σαν κάποιος να τον πίεζε πάνω σε κάποιον κορμό δέντρου μέχρι που ανάκτησε και πάλι τον έλεγχο του σώματός του.

Κοίταξε μπροστά στην κοιλάδα που είχε φτάσει και είδε μία μάχη. Μαύρο και χρυσό χτυπούσαν ανελέητα το ένα το άλλο. Οι χρυσές πανοπλίες των στρατιωτών του Έλεναϊτ γυάλιζαν αχνά μέσα στη νύχτα ενώ οι μαύρες των στρατιωτών χάντεκ χάνονταν στο σκοτάδι. Ακούγονταν κραυγές μάχης και μέταλλο να χτυπάει μέταλλο και σάρκα. Άκουσε μουγκρητά ενός τέρατος μακριά μα όσο και αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του παρά μόνο μια σκοτεινή τεράστια μάζα που πάλευε μουγκρίζοντας. Άκουσε επίσης και κλάμα και κάποιον πολύ μακριά να φωνάζει για έλεος. Ήταν σίγουρος πως είχε ξαναβρεθεί εκεί και είχε ξανακούσει αυτούς τους ήχους. Όλα ήταν γνώριμα.

Τότε κατάλαβε σε ποια μάχη βρισκόταν, ήταν ή μάχη ενάντια στους χάντεκ. Ο βασιλιάς είχε στείλει εκείνον να κατατροπώσει με τον στρατό του τον εχθρό και να σώσει τους ανθρώπους της περιοχής του φεγγαριού αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Είναι περίεργο, σκέφτηκε. Ήταν σαν να είχε ξεχάσει τελείως για εκείνη τη μάχη και τώρα την θυμόταν ξανά. Αλλά γιατί βρισκόταν εκεί πάνω και όχι στη μάχη; Φαινόταν διαφορετική από την άλλη φορά. Ίσως αυτή τη φορά να έχει και διαφορετικό αποτέλεσμα. Αλλά κοίταξε ολόκληρη την πεδιάδα και είδε τους στρατιώτες του να κατατροπώνεται για ακόμη μία φορά.

Το βλέμμα του έπεσε ευθεία πάνω σε μια φιγούρα που στεκόταν σε ένα ύψωμα πάνω από τη μάχη. Το πρόσωπό του σκοτεινό, δεν μπορούσε να το διακρίνει. Έτρεξε στο πεδίο της μάχης κατευθυνόμενος προς αυτήν την φιγούρα. Δεν ήξερε γιατί μα ήταν εξαιρετικά σημαντικό να την σκοτώσει, το ήξερε.

Έτρεξε με όλη του τη δύναμη και πριν το καταλάβει βρέθηκε μέσα στη μάχη, μέσα στους θορύβους. Δίπλα του σπαθιά και τσεκούρια στροβιλίζονταν και χτυπούσαν το ένα το άλλο. Πρέπει να βιαστώ. Πρέπει, το ήξερε αλλά η φιγούρα στεκόταν στην ίδια απόσταση όσο γρήγορα και να έτρεχε. Όσο κι αν προσπαθούσε φαινόταν σαν να μην πλησίαζε καθόλου.

Συνέχισε όμως να παλεύει και να σπρώχνει για να προχωρήσει. Καθώς όμως προχωρούσε μέσα από την μάχη ξαφνικά άρχισαν να μπαίνουν μπροστά του στρατιώτες του Έλεναϊτ σαν υπνωτισμένοι και δεν έφευγαν όσο και αν τους φώναζε. Θα έπρεπε να με υπακούνε, σκέφτηκε μπερδεμένος. Τους έσπρωχνε και τους προσπερνούσε συνέχεια, τον έναν μετά τον άλλον μα εμφανίζονταν καινούριοι στη θέση τους και ένιωθε τον χρόνο να τον πιέζει.

Ξαφνικά το πεδίο της μάχης έλαμπε χρυσό από στρατιώτες και ο καθένας από αυτούς προσπαθούσε να του κλείσει τον δρόμο. Δεν έβλεπε καθόλου τον στρατό των χάντεκ. Θα πρέπει να κερδίσαμε. Όμως η ανησυχία του μεγάλωνε όσο εκείνη η φιγούρα συνέχιζε να στέκεται στον λόφο. Μέσα από τις σκιές που κάλυπταν το πρόσωπο είδε ένα χαμόγελο να σχηματίζεται.

Συνέχισε να τρέχει και να πιέζει τους στρατιώτες γύρω του με όλη του τη δύναμη μα δεν μπορούσε να αποφύγει όλο το στρατό που του έστεκε εμπόδιο. Ένιωθε τον χρόνο να τελειώνει, πρέπει να το κάνω τώρα. Τώρα!

Δεν θα προλάβω, σκέφτηκε με τρόμο. Άρχισε να πανικοβάλλεται και τον πλημμύρισε ένα συναίσθημα απελπισίας. Ήθελε να ουρλιάξει και να κλάψει όπως όταν ήταν μικρός και πανικοβαλλότανε ξέροντας πως κινδυνεύει. Έπεσε στο έδαφος και οι στρατιώτες άρχισαν να τον κυκλώνουν και να τον πιάνουν και να τον τραβάνε. Ούρλιαξε.

Παει κι αυτό. Πως σας φανηκε; Αν νομιζεται οτι ειναι υπερτατο μην φοβηθειτε να το πειτε. Αν νομιζετε οτι ηταν απαισιο και παλι πειτε το αλλα να ξερετε θα σας μισησω........................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................το εννοω.

Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top