12. Η Πρώτη Φορά

Η Βάσια ήταν πολύ αγχωμένη εκείνη τη μέρα. Είχε περάσει μόλις μία εβδομάδα από τότε που ξανάσμιξαν με τον Μύρωνα κι όμως ένιωθε έτοιμη να του δοθεί. Είχαν προχωρήσει σε κάποια προκαταρκτικά, λίγο παραπάνω από φιλιά και χάδια. Η εμπειρία του Μύρωνα φαινόταν, καθώς απ' τα 14 του είχε αρχίσει ήδη επαφές. Και η "μεγάλη στιγμή" είχε επιτέλους φτάσει: οι γονείς του θα έφευγαν για Σαββατοκύριακο και η Βάσια θα έμενε στην έπαυλη για δύο ολόκληρες ημέρες και νύχτες.

Πέρασε όλο το απόγευμα της Παρασκευής στο σπίτι της Κατερίνας, η οποία της έδινε συνεχώς ένα σωρό συμβουλές και την είχε αγχώσει. Βέβαια η ίδια η Κατερίνα είχε βιαστεί πολύ να ολοκληρώσει, όταν έκανε την πρώτη της σχέση με αγόρι στα δεκαπέντε της.

"Πόνεσε πάρα πολύ." είπε στη Βάσια. "Και αυτός ο βλάκας, αντί να σταματήσει, συνέχιζε πιο γρήγορα."

"Το ξανακάνατε δεύτερη φορά;"

"Όχι. Λίγες μέρες μετά, χωρίσαμε και τα έφτιαξα με τον αδελφό σου."

Η Κατερίνα και ο Μιχάλης χώρισαν πάνω από πέντε φορές μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια που ήταν μαζί. Χώριζαν, έκαναν σχέσεις με άλλους και ύστερα ήταν και πάλι μαζί, ώσπου η Κατερίνα έκανε το τελειωτικό χτύπημα λίγες μέρες πριν επιστρέψει η Βάσια. Αν και ήξερε πως ήταν λάθος, ο Μιχάλης δεν έπαυε ακόμα να είναι ο μεγάλος της έρωτας.

"Βέβαια, ο Μιχάλης ήταν ο καλύτερος από όλους στο κρεβάτι. Έτσι και εσύ, αν ο Μύρωνας είναι προσεκτικός, μπορεί και να μην πονέσεις." την καθησύχασε η Κατερίνα.

Το πρωί του Σαββάτου, όταν αναχώρησαν οι γονείς του Μύρωνα, εκείνος πήρε το αυτοκίνητο του και πήγε να πάρει τη Βάσια. Πήγαν για καφέ και μετά σε ένα εστιατόριο για μεσημεριανό. Ύστερα πήγαν στην έπαυλη για να ξεκουραστούν. Ο Μύρωνας έπαιξε μερικά κομμάτια στο παλιό μουσικό όργανο κι έμαθε και στη Βάσια τα βασικά. Το απόγευμα πήγαν πάλι για καφέ, αυτή τη φορά με ένα φίλο του Μύρωνα και την κοπέλα του.

Γύρισαν στην έπαυλη κατά τις δέκα και αποφάσισαν να φάνε εκεί βραδινό. Ο Μύρωνας μαγείρεψε μια νοστιμότατη καρμπονάρα με μανιτάρια, μπέικον και κρέμα γάλακτος.

"Τι θα κάνουμε τώρα;" ρώτησε η Βάσια, όταν τελείωσαν ο φαγητό τους, ενώ το γνωστό άγχος επέστρεψε.

"Λέω να σε ζωγραφίσω." πρότεινε ο Μύρωνας. "Το τελευταίο πορτραίτο σου ήταν εκείνο που φορούσες το κόκκινο φόρεμα της γιαγιάς μου."

"Στα δεκατρία μου." πρόσθεσε η Βάσια.

Προσφέρθηκε να πλύνει τα πιάτα, όσο ο Μύρωνας θα ετοίμαζε πάνω τα σύνεργα. Στο μεταξύ η ώρα ήταν δώδεκα παρά είκοσι.

Ποτέ δεν είχε μείνει ξύπνια μετά τις δώδεκα στην έπαυλη των Γεωργίου. Σύμφωνα με τους θρύλους, μόλις το ρολόι στο καθιστικό χτυπούσε μεσάνυχτα, έβγαιναν τα φαντάσματα από το νεκροταφείο κι έκαναν βόλτες σε όλους τους χώρους της έπαυλης. Η Βάσια δεν φοβόταν πολύ, όμως θα προτιμούσε να μην είναι μόνη της όταν χτυπήσει δώδεκα, γι' αυτό έπλυνε γρήγορα τα πιάτα, συγύρισε την κουζίνα και ανέβηκε επάνω. Επικρατούσε ησυχία στο χολ του ορόφου.

"Εδώ!" άκουσε ξαφνικά τη φωνή του Μύρωνα από τον ξενώνα.

Είχε μεταφέρει τον καμβά και τα σύνεργα εκεί και τα είχε τοποθετήσει απέναντι απ' το κρεβάτι. Επάνω στο κρεβάτι βρισκόταν απλωμένο ένα εντυπωσιακό μαύρο φόρεμα, με στενό κορσέ και φαρδιά φούστα από τούλι.

"Είναι υπέροχο." είπε η Βάσια.

"Είναι της μητέρας μου. Το παρήγγειλε ο πατέρας μου απ΄το εξωτερικό και της το έκανε δώρο στα περσινά γενέθλια της. Θέλω να σε ζωγραφίσω με αυτό." Η Βάσια πλησίασε και άγγιξε απαλά το ύφασμα του φορέματος.

"Δεν θα έχει πρόβλημα; Είναι σχετικά καινούργιο."

"Κανένα απολύτως. Αντιθέτως θα χαρεί να δει πορτραίτο σου με αυτό."

Η Βάσια στάθηκε μπροστά απ' το φόρεμα και περίμενε να γυρίσει ο Μύρωνας απ' την άλλη για να αλλάξει.

"Δεν νομίζω πως χρειάζεται να γυρίσω." σχολίασε εκείνος. Η Βάσια συμφώνησε. Έβγαλε αργά και διστακτικά, πρώτα τη μπλούζα της, μετά το τζιν της. Ο Μύρωνας ήθελε να της βγάλει τα εσώρουχα και να την κάνει δική του εκείνη τη στιγμή, όμως έπρεπε να κάνει το σκίτσο πρώτα.

Τη βοήθησε να βάλει το φόρεμα και της έδεσε τα διακριτικά μοβ λουριά του μπούστου.

"Κάθισε." της είπε και της έδειξε το κρεβάτι. Η Βάσια κάθισε και προσπάθησε να χαλαρώσει, να μη σκέφτεται τη συνέχεια. Εκείνη τη στιγμή, άκουσαν το ρολόι απ' το ισόγειο να χτυπάει δώδεκα φορές.

"Μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να μας ενοχλήσουν." είπε ο Μύρωνας και ξεκίνησε να σκιτσάρει.

Μόλις έφτασε στα μισά, συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Η στιγμή τους είχε φτάσει.

"Εντάξει, μπορούμε να συνεχίσουμε αύριο." είπε κι έβαλε στην άκρη το μολύβι με το οποίο σκίτσαρε. Η καρδιά της Βάσιας άρχισε να χτυπάει σαν τρελή όταν την πλησίασε. Της έπιασε τα χέρια και τη σήκωσε. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα φιλί που έμοιαζε ατελείωτο.

"Περίμενε ένα λεπτό." είπε διακόπτοντας ο Μύρωνας.

Τότε παρατήρησε η Βάσια ότι στα δύο κομοδίνα είχε τοποθετήσει αρκετά κεριά, τα οποία άναψε ένα ένα. Έπειτα έκλεισε το φως, δημιουργώντας έτσι ένα απόκοσμο σκηνικό στοιχειωμένου σπιτιού. Την πλησίασε αργά, ενώ η καρδιά της φτερούγιζε πάλι. Τύλιξε τα χέρια του γύρω της και τη φίλησε όπως ποτέ άλλοτε, ενώ έλυνε σιγά σιγά τα κορδόνια του φορέματος. Της άφησε το φόρεμα να πέσει στο πάτωμα και έπειτα τη φίλησε στο λαιμό γλιστρώντας απαλά προς το στήθος της.

Η Βάσια ξέχασε όλες τις συμβουλές της Κατερίνας και απλά αφέθηκε στο ένστικτό της. Ήταν όλα υπέροχα, σαν να χάθηκαν οι δυο τους στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.

Το πρωί ξύπνησε πιο ευτυχισμένη από ποτέ. Όλα τα χθεσινά της φαίνονταν σαν όνειρο, ήταν αλήθεια όμως. Ο Μύρωνας ήταν η αλήθεια της και ήταν έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα για χάρη του.

"Καλημέρα, πριγκίπισσα." της είπε εκείνος και την αγκάλιασε.

"Καλημέρα, άγγελε μου." είπε η Βάσια και τον φίλησε.

"Πώς κοιμήθηκες χθες;"

"Υπέροχα. Και λογικό ύστερα από την απίστευτη νύχτα που ζήσαμε." Ο Μύρωνας την έσφιξε κι άλλο στην αγκαλιά του και αναστέναξε με ευχαρίστηση.

"Σ' αγαπώ τόσο πολύ, Βάσια. Θα σ' αγαπάω για πάντα, να το θυμάσαι αυτό."

Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top