65. "Οι Κυριακές..."

(κάπου εκεί στις 1800 λέξεις με έπιασαν οι ντροπές μου και ήρθα πάνω να σας γράψω ότι ΝΤΡΈΠΟΜΑΙ. Η μισή ντροπή δική μου, η μισή δική σας. Χιχιχι😂😂)

Λίγες μέρες αργότερα

Λήξη.

Πόσο ωραία θα ήταν να υπήρχε ένα κόκκινο κουμπάκι, έκτακτης ανάγκης. Πατάς 'λήξη', όλα σου τα προβλήματα αυτομάτως σταματούν.

Λήξη, όχι παύση.

Δεν καλείσαι να αντιμετωπίσεις τίποτα, δεν θα ύπαρξη συνέχεια, θα έρθει απλώς το τέλος. Έτσι, με έναν μαγικό τρόπο τα προβλήματά σου σταματούν να υπάρχουν, το βάρος φεύγει από τους πεσμένους ώμους σου.

Η απόλυτη λύση, η απάντηση σε οτιδήποτε σου μοιάζει βουνό.

Κάπως έτσι, κοιτώντας ανέκφραστα τη θέα έξω από το διαμέρισμά μου, παρακαλώ τον Θεό να μου δώσει αυτή τη λύση.

Μα ξέρω πως κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό.

Αν δεν σταθείς στα πόδια σου, αν δεν κοιτάξεις τους δαίμονές σου κατάματα, δεν πρόκειται να τους αντιμετωπίσεις, να τους ξεπεράσεις, να προχωρήσεις παρακάτω.

Ακούω το κουδούνι να χτυπά, μα είμαι τόσο αφηρημένη, χαμένη στις σκέψεις μου, που αργώ να συνειδητοποιήσω πως πρέπει να σηκωθώ να ανοίξω.

Σχεδόν σέρνω τα πόδια μου μέχρι τη πόρτα. Ο αδερφός μου έφυγε πριν καμιά ώρα, έπρεπε να πάρει τη μικρή από το σχολείο.

Όταν βλέπω τη Νίκη να στέκεται έξω από το σπίτι μου, σκαλώνω.

Ανοίγω τη πόρτα περισσότερο για να περάσει «Εσύ δεν έπρεπε να είσαι στη δουλειά;» κοιτάζω το ρολόι στον τοίχο για επιβεβαίωση «Σχολάς σε τρεις ώρες.» λέω μπερδεμένη.

«Ζήτησα να φύγω νωρίτερα σήμερα.» πετά τα πράγματά της άτσαλα στον καναπέ, μα κάθεται μαζεμένη. «Είπα να έρθω, να αράξουμε, να παραγγείλουμε, να πιούμε τίποτα.» λεει.

Μπερδεύομαι ακόμη περισσότερο, αλλά αποφασίζω να αποφασίσω όπως και να 'χει «Δεν έχω όρεξη να φάω, αλλά δεν έχω θέμα να παραγγείλουμε για 'σένα.» παίρνω ξανά θέση στην αγαπημένη μου πολυθρόνα και χουχουλιάζω στη χνουδωτή μου κουβέρτα.

«Να πιεις έχεις όρεξη;» αν εγώ δεν την παλεύω, αυτή έχει χάσει τον μπούσουλα.

«Παιδί μου, τι να πιούμε μεσημεριάτικα; Έχεις και δύο παιδιά σπίτι. Πως θα διαβάσεις μετά την Τζο; Τραγουδώντας Καρρά;!» δεν πάει καλά η κολλητή μου.

«Ρωτάω εσύ αν θα πιεις, άσε με εμένα.» αμφιταλαντεύομαι για το αν πρέπει να τη βρίσω ή όχι.

«Νίκη, δεν θα με πιάσει νευρικός κλονισμός, δεν θα το ρίξω στο ποτό, χρειάζομαι λίγο χρόνο μόνο. Όχι, δεν θέλω να τα πιω μεσημεριάτικα, σκέφτομαι τη σκέψη μόνο και αναγουλιάζω.» αυτό φαίνεται να της φέρνει μια αναστάτωση. Ανακάθεται και παίρνει στην αγκαλιά της τη τσάντα της.

«Αναγουλιάζεις ε;» ρωτάει. Στριφογυρίζω τα μάτια μου, μα γνέφω θετικά ως απάντηση. Τυλίγω πιο σφιχτά τη κουβέρτα γύρω μου και χαμογελάω στο πόσο με ζεσταίνει, παρά τη ψύχρα που επικρατεί μέσα μου ακόμη. «Γαμώτο, δεν ξέρω πως να στο πω.» περνάει τα χέρια της μέσα από τα μακριά καστανά μαλλιά, ξεφυσώντας.

Γέρνω το κεφάλι μου ανήσυχη, μαλακώνω στη σκέψη πως κάτι συμβαίνει στη φίλη μου και εγώ δεν έχω ιδέα «Έγινε κάτι;» ρωτάω. Κουνάει το κεφάλι της πέρα-δώθε και ξεφυσάει.

«Πότε αδιαθέτησες τελευταία φορά;» τι ερώτηση άκυρη είναι αυτή τώρα;

«Πω ρε Νίκη, με τρομάζεις!» λέω πλέον εκνευρισμένη.

«Απάντησέ μου σε παρακαλώ!» επιμένει. Το βλέμμα της, ανυπόμονο, εξετάζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου.

«Ώχου, ξέρω 'γω; Πριν κανά μήνα; Φαγώθηκες! Είμαι στρεσαρισμένη αυτή τη περίοδο, θα μου περάσει.» απαντάω γρήγορα. Σίγουρα μου ήρθε, αλλά έχω εγώ τώρα μυαλό για περιόδους και βλακείες;

Μου ήρθε, έτσι;

Το μυαλό μου τρέχει στους προηγούμενους μήνες και το πότε έχασα τη μπάλα με το τι γίνετα στη ζωή μου.

Πριν 4 μήνες

Στρίβει στο επόμενο στενό. Τα μάτια του δεν φεύγουν από τον δρόμο μπροστά του. Φοράει ένα γκρι πουκάμισο, μοιάζει να έχει μήνες να ξυριστεί, μα είναι περιποιημένος. Οι ρυτίδες στο πρόσωπό του μόνο τον ομορφαίνουν, ενώ τα κιλά που έχει πάρει και το γυμναστήριο, μόνο προσθέτουν στην εμφάνισή του.

Είναι πανέμορφος και σίγουρα δείχνει καλύτερα από εμένα.

Κάπου ανάμεσα στους έξι μήνες που μου ζήτησε να χωρίσουμε γιατί «δεν κάνουμε καλό ο ένας στον άλλο, μωρό μου», αποφάσισα να γίνω ξανθιά γιατί ξέρω πόσο δεν ήθελε να γίνω. Πέρασα τη φάση «και βάφω της κουρτίνες στο χρώμα που μισούσες» πολύ έντονα η αλήθεια είναι αυτή. Φοράω ένα φούτερ του που είχε ξεμείνει κάπου στα πράγματά μου και μια φαρδιά φόρμα. Τα κοντά μαλλιά μου είναι πιασμένα πρόχειρα με ένα λαστιχάκι και οι μαύροι κύκλοι που δεν λεν να με αποχωριστούν, με κάνουν και κοκκινίζω.

Πάντοτε νιώθω κοριτσάκι δίπλα του, μα αυτή τη φορά νιώθω λες και τα χρόνια που μας χωρίζουν είναι τα διπλάσια.

Παρκάρει έξω από το σπίτι του και σβήνει τη μηχανή του αυτοκινήτου. Δεν μιλάει κανείς μας. Συνεχίζει ακόμη και κοιτάζει έξω από το παράθυρο ενώ εγώ μαζεύομαι όλο και περισσότερο στο κάθισμά μου.

«Τι σκατά κάνουμε;» περνάει τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του νευρικά, πριν πέσει πίσω στο κάθισμά του. Δεν απαντάω, ούτε εγώ ξέρω τι ακριβώς κάνουμε.

«Σελήνη, δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό.» πόσες φορές την έχω ακούσει τη φράση αυτή τους τελευταίους δυο μήνες...

Κάθε Κυριακή, σαν μια μικρή σιωπηλή συμφωνία, εγώ βρίσκομαι έξω από το σπίτι μου στις 23:00 ακριβώς, κι αυτός, παρκαρισμένος με αλαρμ πρόχειρα έξω από τη πολυκατοικία που στεγάζεται το διαμέρισμά μου, περιμένει να κατέβω για να φύγουμε. Τη πρώτη φορά κόβαμε βόλτες στους δρόμους της νυχτερινής Αθήνας μέχρι το ξημέρωμα. Την επόμενη Κυριακή αράξαμε σε μια θέα πίνοντας μια μπύρα, ίσα που ρωτήσαμε ο ένας τον άλλον πως είναι.

Η τρίτη όμως είναι πάντοτε η φαρμακερή.

Με το που μπήκα μες το αυτοκίνητο ήξερα πως δεν πρόκειται να φτάσουμε στην άλλη άκρη της Αθήνας σήμερα, δεν θα αράξουμε εκεί που συνηθίζαμε να αράζουμε όταν ήμασταν μικροί.

Φτάσαμε σε ανύποπτο χρόνο έξω από το σπίτι του και δεν έφερα τη παραμικρή αντίρρηση σε αυτό.

«Σου μιλάω, γαμώτο.» φωνάζει. Γυρίζει επιτέλους να με κοιτάξει. Είναι η πρώτη φορά γι' αυτή τη βραδιά. Σηκώνω το βλέμμα μου για να συναντήσω το δικό του. Φαίνεται να παλεύει ανάμεσα στα πρέπει και τα θέλω του, μα δεν λέει να καταλάβει πως δεν δίνω δεκάρα τσακιστή για τα 'πρέπει' του.

Με μια ξαφνική κίνηση ακουμπάω τα χείλη μου στα δικά του, μα διακόπτω γρήγορα το φιλί μας.

«Τελευταία φορά.» λέει τελεσίδικα, βγάζοντας τη ζώνη του. Φυσικά δεν απαντάω κάτι.

Δίνω τα πάντα για μια τελευταία φορά μαζί του, ξανά και ξανά. Σε κάθε είδους τελευταία φορά.

Δεν με κοιτάζει καθώς βγαίνει από το αυτοκίνητο, συνεχίζει να περπατά μπροστά και απλώς κλειδώνει το αυτοκίνητο μόλις κλείνω τη πόρτα πίσω μου. Το ακολουθώ σιωπηλή, φοβάμαι μήπως αλλάξει γνώμη και με γυρίσει σπίτι μου...

Μπαίνοντας μέσα, το πρώτο που κάνει είναι να σταθεί πάνω από το μπαρ με τα ποτά. Όταν όμως γυρίζει να με κοιτάξει πάνω από τον ώμο του και βλέπω το λάγνο βλέμμα και το μειδίαμα στα χείλη του...ξέρω.

«Ποιος θα μου το 'λεγε και θα τον πίστευα.» γελάει, η φωνή του αργή και βραχνή.

«Ποιο πράγμα;» νιώθω γυμνή έτσι όπως με κοιτάζει.

«Ότι θα σε είχα μπροστά μου, ξανθιά, με φούτερ μου και φόρμες, και θα καύλωνα τόσο.» παραδέχεται. Ο τρόπος που εκφράζεται ανάβει μια φωτιά μέσα μου.

Βγάζω τα παπούτσια μου και κατεβάζω αργά τη φόρμα μου. Το φούτερ του φτάνει μια παλάμη πάνω από τα γόνατά μου. Γυρίζει το σώμα του προς τα 'μένα, το χαμόγελό του μεγαλώνει.

«Θα με τρελάνεις, Σελήνη.» δαγκώνω τα χείλη μου προκλητικά, περνάω το φούτερ πάνω από το κεφάλι μου, πετώντας το πρόχειρα μαζί με τα υπόλοιπα ρούχα στο πάτωμα. Στέκομαι μόνο με τα εσώρουχα μερικά μέτρα μακριά του, μα νιώθω ήδη γυμνή, σχεδόν αισθάνομαι τα χέρια του σε όλα τα σωστά σημεία.

«Σε θέλω, Βασίλη.» απαντάω στον ίδιο τόνο λίγο αργότερα. Το βλέμμα του αργά περιπλανιέται στο σώμα μου, ξεκινά από τα πόδια μου για να καταλήξει στο στήθος μου. Κατεβάζει το βλέμμα του στο πάτωμα και ξάφνου με πιάνει πανικός.

Το μετάνιωσε, θα με αφήσει ξανά.

«Για 'σένα έχω στείλει στον διάολο καθετί που πιστεύω.» Τα χέρια του πέφτουν βαριά στους γοφούς του, ξεφυσάει, μα δεν λέει κάτι άλλο.

«Ρους;» ξέρω πόσο τον αποσυντονίζει η φωνή μου «Έλα εδώ.» ζητάω. Τα μάτια του συναντούν τα δικά μου, η ίδια λαχτάρα διαγράφεται και στα δύο ζευγάρια. Με πλησιάζει με γρήγορα βήματα και εκεί ξέρω πως μόλις έριξα όλες τις άμυνές του που τον κρατούσαν μακριά μου τόση ώρα. Τα χέρια του γραπώνουν το πρόσωπό του, τα χείλη του ίσα που ακουμπούν τα δικά μου «Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου, Luna. Όλη την εβδομάδα λειτουργώ στον αυτόματο και περιμένω, πως και πως, να ζήσω αυτές τις λίγες ώρες της Κυριακής μαζί σου...» παραδέχεται σχεδόν ενοχικά. Απομακρύνει το πρόσωπό του ίσα-ίσα για να με κοιτάζει μες τα μάτια «Καταλαβαίνεις πως δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό, έτσι;» γνέφω καταφατικά, δεν μου αφήνει κι άλλη επιλογή άλλωστε.

Για μερικές ατέλειωτες στιγμές που σε 'μένα μοιάζουν ώρες, με κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια. Εντέλει, πιάνει το χέρι μου, οδηγώντας με στη κρεβατοκάμαρά του.

Στεκόμαστε μπροστά απ' το κρεβάτι, αμίλητοι. Τα δάχτυλά του χαιδεύουν τη κλείδα μου, καταλήγοντας με αργές, σχεδόν βασανιστικές, κινήσεις στη καμπύλη του στήθους μου. Παίρνω το χέρι του, ξαφνιάζοντάς τον, και το φέρνω μαλακά στη καρδιά μου. «Με κάνεις να νιώθω έτσι που ξέρω, ξέρω πως δεν είναι λάθος, Μπιλάκο μου.» λέω γλυκά.

Κλείνει τα μάτια του σφιχτά και ξάφνου, βρίσκομαι ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι, με εκείνον να στέκεται από πάνω μου, ξεκουμπώνοντας αργά τα κουμπιά του πουκαμίσου του. Οι κοιλιακοί του που φαίνονται ανάμεσα από τα δύο κομμάτια ύφασμα, με τρελαίνουν.

«Δεν θα υπάρξει άλλη φορά.» η δήλωσή του προκαλεί μια ανατριχίλα στο κορμί μου.

«Τότε να το εκμεταλλευτούμε.» λέω προκλητικά. Χαμογελά τρυφερά, μα αμέσως το βλέμμα του σοβαρεύει. Βγάζει το πουκάμισο, πετώντας αδιάφορα στο πάτωμα πρώτου ξεκουμπώσει το παντελόνι του.

«Ξάπλωσε πίσω και άνοιξε τα πόδια σου, μωρό μου.» η ένταση στη φωνή του είναι διάχυτη. Το κάνω πρόθυμα, μα όταν κλείνει τα μάτια του, ξέρω πως πρέπει να μιλήσω.

«Βασίλη, σταμάτα πια να πολεμάς τον εαυτό σου και κάνε ο,τι λέει η καρδιά σου.»

Πέφτει πάνω μου με δύναμη, το σώμα του κολλάει στο δικό μου, νιώθω τον ερεθισμό του να με πιέζει χαμηλά. Τα χείλη του σέρνονται από τον λαιμό στο αυτό μου, αφήνοντας ένα υγρό μονοπάτι.

«Τη καρδιά μου;» γελάει στην αφέλεια μου «Αν άκουγα τη καρδιά μου, θα ήσουν σπίτι σου αυτή τη στιγμή, μωρό μου. Το σώμα μου δεν μπορώ να κρατήσω μακριά σου.» η ωμή του δήλωση φέρνει ρίγη στο σώμα μου, ο ήχος της καρδιάς μου εκκωφαντικος στα αυτιά μου.

«Τι περιμένεις;» λέω με σηκωμένο φρύδι. Γελάει αυτάρεσκα, με το ένα χέρι ανασηκωνει τη μέση μου, κολλωντας τον ερεθισμό του ανάμεσα στα πόδια μου. Με το άλλο χέρι ανοίγει το σουτιέν μου, τα στήθη μου πρησμένα ξεπηδούν μπροστά του. Αφήνει υγρά φιλιά ανάμεσα στα στήθη μου, πρώτου αφήσει μια μικρή δαγκωνιά στη ρωγα μου. Τα χέρια μου κλειδώνουν στα μαλλιά του, τραβώντας τα. Αναστεναζω σιγανά στην αίσθηση των χεριών και των χειλιών του στο σώμα μου. Τα δάχτυλα του βρίσκουν το σημείο που τον έχω περισσότερο ανάγκη, με χαϊδεύει απαλά πρώτου εισχωρήσει ένα δάχτυλο μέσα μου. Κλείνω τα πόδια μου γύρω από τη μέση του, τραβώντας τον κοντά μου. Τα χείλη μου βρίσκουν τα δικά του, οι γλώσσες μας μπερδεύονται. Τον νιώθω να κατεβάζει το παντελόνι του, μα δεν το βγάζει. Ανεβαίνει με τα γόνατα ατό κρεβάτι και έρχεται μπροστά στο πρόσωπό μου, σε όλο του το μεγαλείο.

«Παρ' τον στο στόμα σου, Σελ-» δεν προλαβαίνει να συνεχίσει, τα χείλη μου τυλιγονται γύρω του, τον γλύφω και τον παίρνω όσο πιο βαθιά μπορώ. Τα χέρια του έρχονται στο κεφάλι μου, καθοδηγωντας με στον ρυθμό που αναζητά.

Όταν με απομακρύνει, ξέρω πως δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο. Με σχεδόν μανιακές και ατσουμπαλες κινήσεις, κατέβαινει, τυλίγει το δεξί μου πόδι γύρω από τη μέση μου και με ανασηκωνει πρώτου βυθιστεί μέσα μου. Μια αναρθρη κραυγή δραπετεύει από τα χείλη μου. Φέρνει τα χείλη του στο πρόσωπό μου, αφήνει ένα φιλί στους κροτάφους μου ενώ συνεχίζει να μπαινοβγαινει μέσα μου με έναν σταθερό γρήγορο ρυθμό.

«Βασίλη!» αναστενάζω κάτω από τα χέρια του.

«Τελείωσε για 'μένα, μωρό μου.» η βραχνή φωνή του ήταν αρκετή για να με οδηγήσει στον γκρεμό.

Και έπεσα.

________________

Τώρα

«Σελήνη, με τρομάζεις.» με επαναφέρει στη πραγματικότητα η Νίκη. «Τι έπαθες ρε; Έχεις χλωμιάσει!» συνεχίζει ανήσυχη όταν δεν ανταποκρίνομαι.

«Δεν θυμάμαι.» παραδέχομαι.

«Τι δεν θυμάσαι;» απορεί.

«Πότε μου ήρθε τελευταία φορά περίοδος.»

_______

Επίτηδες το αφήνω εκεί.

Και ναι, καλά βλέπουν τα μάτια σας, ανέβασα μετά από στο μέρες κεφάλαιο... Και τιιι κεφάλαιο ❤️

Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top