New beginning

"Τζάνετ;" ρώτησε ο Άιζακ και επικεντρώθηκε στο πρόσωπό μου, όμως το βλέμμα μου δεν άλλαξε κατεύθυνση.
Παρέμεινε προσκολλημένο στα πρόσωπα των επί 10 χρόνια χαμένων γονιών μου. Δεν είχαν αλλάξει καθόλου. Η σκηνή ήταν τόσο επίπονη που τα μάτια μου αντί να δακρύσουν έτσουζαν και πονούσαν. Ένα κύμα πονοκεφάλου και ανατριχίλας με κατέκλυσε.
"Γ-Γιατί είστε εδώ;" τραύλισα χαμηλόφωνα και παρακολουθούσα έκπληκτη τα μάτια της μαμάς μου να δακρύζουν.
"Νιώσαμε... κάτι. Μια αλλαγή. Μια αλλαγή μας τράβηξε εδώ." απάντησε ο πατέρας μου με την βαθιά φωνή του να βγαίνει πνιχτή μέσα από τον λαιμό του.
Κατάπια έναν λυγμό. Φορούσαν τα ίδια ρούχα με την ημέρα που εξαφανίστηκαν. Η μαμά μου ένα σκούρο τζιν, με μπατζάκια διπλωμένα και σηκωμένα μέχρι την γάμπα της και ένα αμάνικο σκούρο μπλε ζιβάγκο και ο πατέρας μου το καλό του σκούρο κουστούμι. Η γραβάτα του ήταν χαλαρωμένη γύρω από το κολάρο του πουκαμίσου του, μα δεν υπήρχε καμία άλλη ατέλεια πάνω του.
Σηκώθηκα όρθια αγνοώντας τα έντονα βλέμματα των παιδιών. Με ασταθή και αργά βήματα έφτασα μπροστά τους και χωρίς να αρθρώσω λέξη τους αγκάλιασα με όση δύναμη είχα.
"Δεν μπορείτε να πιστέψετε τι τρελά πράγματα έχουν γίνει όσο λείπατε." είπα απελευθερώνοντας τους λυγμούς μου μέσα στην αγκαλιά τους.
"Ω γλυκιά μου..." μουρμούρισε η μαμά μου πνιγμένα και τύλιξαν τα χέρια τους γύρω μου, κρατώντας την μέση μου και χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου.
"Μας έλειψες τόσο πολύ, λυπόμαστε απίστευτα." είπε έντονα ο μπαμπάς μου και ένας ακόμα λυγμός ανέβηκε στον λαιμό μου.
"Μην ζητάς συγγνώμη μπαμπά, δεν κάνατε τίποτα λάθος." ξεκίνησα να λέω και η λέξη έφυγε τόσο φυσικά από το στόμα μου μετά από τόσα χρόνια που το σώμα μου γέμισε ανακούφιση και ένα γλυκό συναίσθημα οικειότητας.
Είμαι επιτέλους σπίτι.
"Μα-" πήγε να διαμαρτυρηθεί η μαμά μου και βγήκε από την αγκαλιά μας κοιτώντας με συνοφρυωμένη στα μάτια.
"Ήταν η Μαίρη." απάντησα κατευθείαν και τα μάτια τους γούρλωσαν έκπληκτα.
Σιωπή επικράτησε για λίγα δευτερόλεπτα.
"Χάλασε τα φρένα σας, θέλοντας να σας εκδικηθεί για ό,τι πέρασε εκείνη από την στιγμή που οι γονείς σου την αγόρασαν μαμά. Λίγα χρόνια αργότερα επιχείρησε να σκοτώσει και εμένα αλλά ο Ζακ, το τότε αγόρι μου μπήκε μπροστά μου και πέθανε για εμένα. Μετά..." στραβοκατάπια "Μετά, πέρασα μια δύσκολη περίοδο, από την οποία με έσωσαν τα παιδιά." εξήγησα βιαστικά, ντροπιασμένη για τις πράξεις μου και κοίταξα πίσω μου την αγέλη μου να σηκώνεται όρθια κοιτώντας τους γονείς μου.
Τα μάτια της μαμάς μου τρεμόπαιζαν καθώς πηγαινοέρχονταν αριστερά και δεξιά, εξετάζοντας τα πρόσωπά τους. Ο μπαμπάς μου μου έσφιξε το χέρι και πλησίασε το αυτί μου, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τους εφήβους μπροστά μας.
"Μας βλέπουν;" μου ψιθύρισε τρομαγμένος και από ότι φαίνεται η μαμά τον άκουσε επίσης.
"Πώς... Πώς μας βλέπετε και μας ακούτε; Ακόμα κι εσύ Τζάνετ;" ρώτησε ακόμα πιο μπερδεμένη από πριν.
Γύρισα για ακόμα μια φορά προς το μέρος τους, σίγουρη πως δεν έχασα επαφή με τα χέρια τους. Έκλεισα τα μάτια μου και άφησα το κεφάλι μου χαλαρό. Πήρα μερικές βαθιές ανάσες αφήνοντας τα πλέον βασικά μου ένστικτα να βγουν στην επιφάνεια. Ένιωσα τα νύχια μου να πιέζουν ελαφρώς το δέρμα τους και τους κυνόδοντες μου να τρυπάνε το κάτω χείλος μου. Άνοιξα τα μάτια μου και τους κοίταξα εξεταστικά.
Δεν φαίνονταν τόσο τρομαγμένοι, όσο έκπληκτοι και εντυπωσιασμένοι.
"Είμαι- Είμαστε λυκάνθρωποι. Απέκτησα αυτήν την κουλή δύναμη να βλέπω, να επικοινωνώ και να μπορώ να δώσω υλική υπόσταση σε νεκρούς." εξήγησα και κατανεύουν, καθώς ξαναέκρυβα τα χαρακτηριστικά μου.
"Δεν έχετε φρικάρει;" ρώτησε ο Έντουαρντ και ένα γελάκι ξέφυγε και από τους δύο τους.
"Μέσα σε 5 λεπτά, είδαμε μετά από 10 χρόνια την κόρη μας, μιλήσαμε μαζί της, μάθαμε ότι ο πιο κοντινός μας άνθρωπος μας δολοφόνησε και επιχείρησε να σκοτώσει και εκείνη, αλλά αντιθέτως την πλήρωσε ένα αθώος έφηβος και εκείνη εξακολουθεί να κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο. Για κάποιο λόγο το ότι είστε υπερφυσικά πλάσματα φαίνεται μικρό μπροστά σε όλο αυτό αυτήν την στιγμή." απάντησε η μαμά μου και ένα ευχάριστο κύμα ηρεμίας γέμισε το δωμάτιο.
Κοίταξα γύρω μου χαμογελώντας. Εντόπισα τον Ζακ στην γωνία του δωματίου να στέκεται χαλαρός και του χαμογέλασα, μέχρι που συνειδητοποίησα τι έγινε πριν λίγα λεπτά. Φίλησα τον Άιζακ.
"Ξέρω, σας είδα." είπε διαβάζοντας σχεδόν τις σκέψεις μου, "δεν είχα ποτέ την απαίτηση να συνεχίσεις να είσαι ερωτευμένη μαζί μου. Είμαι ένα φάντασμα, δεν μπορείς να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου μαζί μου, δεν μπορείς να έχεις όσα αξίζεις δίπλα σε μία όαση. Θα είμαι πάντα εδώ τιγράκι, σου το υποσχέθηκα, ακόμα και ως φίλος, δεν θα σε παρατούσα ποτέ. Δεν θα είσαι ποτέ πλέον μόνη." μου είπε και ένευσα διακριτικά.
Κόλλησε την παλάμη του στο στόμα του και μου έστειλε ένα φιλί γελώντας γλυκά και η μορφή του εξαϋλώθηκε και χάθηκε μέσα στις σκιές. Έγινε ένα με την γωνία όπου στεκόταν.
Γύρισα από την άλλη μεριά, καθώς αντιλήφθηκα το βουητό μιας συζήτησης πίσω μου.
Ο Άιζακ εξηγούσε πώς γνωριστήκαμε όλοι, χαμογελώντας όσο περιέγραφε τον εαυτό του ως 'κρυόκωλο' και 'απροσάρμοστο' και ασυναίσθητα χαμογέλασα κι εγώ.
Δεν είναι αστείο πώς το χαμόγελο ενός ανθρώπου μπορεί να εμπνεύσει και το δικό σου; Πώς θα μπορούσες να ζήσεις για πάντα χωρίς μουσική αν μπορούσες να ξυπνάς ακούγοντας το γέλιο του; Ένα γνωστό ζεστό συναίσθημα γαργαλούσε το στομάχι μου καθώς έβλεπα τα λακκάκια του να εμφανίζονται καθώς γελούσε τρίβοντας αμήχανα το σβέρκο του.
"Καρφώνεσαι." άκουσα ένα σχόλιο δίπλα μου, που υπέθεσα θα έπρεπε να ακουστεί κακεντρεχές, αλλά το χαμόγελο που ήταν εμφανές από την φωνή και μόνο του ατόμου, του έδωσε έναν φιλικό τόνο.
"Να τον προσέχεις εντάξει; Δεν σε εμπιστεύομαι, αλλά ξέρω ότι μπορείς να τον κάνεις χαρούμενο και αυτό μου αρκεί. Είχα να τον δω να χαμογελάει χρόνια." μου είπε και γυρνάω προς το μέρος της χαμογελώντας και κατένευσα.
"Υπόσχομαι" σχημάτισα την λέξη με τα χείλη μου και την επόμενη στιγμή η φιγούρα της Λούνα εξαφανίστηκε, όπως του Ζακ πριν.
"...που να δείτε τα παιδικά άλμπουμ της." άκουσα την μαμά μου να λέει και γούρλωσα τα μάτια μου κοκκινίζοντας.
"Κάτι έχουμε δει." απάντησε ο Λουκ γελώντας και το βλέμμα του Άιζακ για μία στιγμή σκοτείνιασε, θυμούμενος πιθανώς τον καυγά μας την ημέρα που είχε δει τις φωτογραφίες χωρίς την άδειά μου.
Ένιωσα τόσο ηλίθια για την παιδιάστικη αντίδρασή μου εκείνη την ημέρα, που κούνησα το κεφάλι μου προσπαθώντας να διώξω την ανάμνηση.
"Είναι πλέον ο καιρός για μία καινούρια αρχή." είπα αποφασισμένη και όλοι με κοίταξαν χαμογελώντας.
Bạn đang đọc truyện trên: AzTruyen.Top